Loading..

Θεσσαλονίκης Μητρόπολη – Γ΄. ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΧΡΟΝΩΝ (732/3-1204)

Νικολάου Γρ. Ζαχαρόπουλου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ. –

πρωτοπρ. Κωνσταντίνου Κωστάκη, δρ. Θεολογίας

1. Η νέα εκκλησιαστική διοργάνωση και η πολιτιστική επίδραση της Θεσσαλονίκης στους Σλάβους

Τα επακολουθήσαντα γεγονότα με τις συνεχείς διαμαρτυρίες και τις επίμονες ενέργειες των παπών κατά το υπόλοιπο του 8ου και κατά τον 9ο αιώνα δεν μπόρεσαν να μεταβάλλουν την εκκλησιαστική κατάσταση αυτή. Η απάντηση του Φωτίου προς τον πάπα Νικόλαο Α΄ ότι «τα εκκλησιαστικά και μάλιστά γε τα περί των ενοριών δίκαια ταις πολιτικαίς επικρατείαις τε και διοικήσεσι συμμεταβάλλεσθαι είωθεν», αλλά και εκείνη προς τον πάπα Ιωάννη Η΄ ότι «το`υς θρόνους, ο|υς [επιζητε~ι σου, ]η ]αγιωσύνη, τ~?η τ~ης βασιλικ~ης [ Ανατολ~ης συμπεριέχονται [αρχ~?η», αιτιολογεί την απόφαση για την μετέπειτα πορεία και μορφή της εκκλησιαστικής διοικητικής οργάνωσης. Έτσι στις εκκλησιαστικές επαρχίες του Ανατολικού Ιλλυρικού, με την κατάργηση της εξαρχίας και την υπαγωγή των εκκλησιαστικών επαρχιών αυτών στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, επικρατεί νέα πλέον εκκλησιαστική οργάνωση.

Η μητρόπολη Θεσσαλονίκης εξισώνεται με τις άλλες μητροπόλεις, λαμβάνοντας μάλιστα τη 16η θέση στο συνταγμάτιο των μητροπόλεων και επισκοπών του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η νέα αυτή εκκλησιαστική οργάνωση βασίστηκε στο σύστημα της πολιτικής διαίρεσης των θεμάτων, που από τα χρόνια του Ιουστινιανού εφαρμόστηκε, κυρίως για το συντονισμό της αχανούς αυτοκρατορίας και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των επιδρομέων. Η ίδρυση του θέματος της Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με πληροφορίες από τις πηγές, τοποθετείται αργότερα, ίσως την περίοδο από 796 μέχρι 828. Έτσι η Θεσσαλονίκη δεν αποτελεί πλέον την εκκλησιαστική πρωτεύουσα του Ιλλυρικού, αλλά εντάσσεται στην κοινή και φυσική πορεία της γλωσσικής, εθνολογικής και διοικητικής ευθύνης του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Στη δικαιοδοσία του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης κατά τον 9ο και 10ο αι. ανήκουν οι επισκοπές: Κίτρους, Βεροίας, Καμπανίας, Πέτρας, Δρουγουβιτίας, Σερβίων, Κασσανδρείας, Αρδαμέρεως, Ιερισσού, Βαρδαριωτών, Λιτής και Ρεντίνης. Και πάλι όμως η αναταραχή που συνέβη με τους βουλγαρικούς πολέμους είχε ως συνέπεια την απόσπαση των επισκοπών Βεροίας και Σερβίων και την προσάρτησή τους στην αρχιεπισκοπή Αχρίδος, ενώ όταν οι περιοχές αυτές ανακτήθηκαν από το Βασίλειο Β΄(1011) αποτέλεσαν ιδιαίτερα θέματα και αυτοτελείς εκκλησιαστικές επαρχίες. Μέσα στο πλαίσιο αυτό ασφαλώς θα ίσχυε και ο θεσμός της επαρχιακής συνόδου με την προεδρεία του Θεσσαλονίκης, εφόσον η παρουσία του σλαβικού στοιχείου, κυρίως τον 9ο αι., δημιουργούσε την ανάγκη ιεραποστολικής από κοινού δράσης, αλλά και εφόσον η Θεσσαλονίκη διέθετε πολιτιστική και πνευματική δυναμικότητα στο χώρο της Μακεδονίας και σ’ εκείνο των βορειότερων ακόμη περιοχών της Βαλκανικής.

Αν οι κατά την προηγούμενη περίοδο αβαροσλαβικές επιδρομές, με τις πολιορκίες της Θεσσαλονίκης (597, 604-610, 615 και 618) και τις απόπειρες κατάληψής της (675-676, 677) είχαν αποτύχει και αν ο σεισμός του 620 και η πυρκαϊά της βασιλικής του αγίου Δημητρίου είχαν επιδεινώσει την κατάσταση, από το τέλος του 7ου αι. ακολούθησε περίοδος ειρηνική, εφόσον τα σλαβικά φύλα αναγκάστηκαν να ζητήσουν ειρήνη και βρισκόταν πλέον εγκατεστημένα στο χώρο της Μακεδονίας, αλλά και στη Θεσσαλία και σε άλλους ελληνικούς τόπους, ενώ μεγάλος αριθμός τους είχε μεταφερθεί στη Βιθυνία της Μ. Ασίας.

 Έτσι ο 8ος και ο 9ος αι. αποτελεί για τη Θεσσαλονίκη σημαντική περίοδο πολιτιστικής προσφοράς και ακτινοβολίας, καθώς και επίδοσης στα γράμματα και τις τέχνες. Ο Θεσσαλονικέας Ιωάννης Καμινιάτης σημειώνει: «Κα`ι ε@ιδες {αν περ`ι μηδ`εν {άλλο τ`ην νεάζουσαν τ~ων παίδων κήραν σχολάζουσαν {η περ`ι λόγους, [εξ #ων [επιστ~ημαι κα`ι τέχναι τ`ο κράτος {εχουσι. Τ`α δ`ε περ`ι τ~ης ]αρμονίου μουσικ~ης τ~ων [ασμάτων, {η τ~ων [?αδόντων τ`α ψυχοτερπ~η μέλη κα`ι τ~ων τ~?ω Θε~?ω κεκληρωμένων σπουδάσματα [επ`ι τ~?ω λόγ?ω σημάτων».

Η επικοινωνία των βυζαντινών κατοίκων με τους σλαβικούς πληθυσμούς (Δρογουβίτες και Σαγουδάτες), που είχε τη μορφή των «αμφίμεικτων» χωριών, κυρίως στην περιοχή μεταξύ Θεσσαλονίκης και Βέροιας, αποτελούσε γεγονός, που αποδείκνυε την κοινή τους ζωή με «θαυμασίαν τιν`α κα`ι βαθείαν ε[ιρήνην [εν ]εαυτο~ις».

 Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον του 9ου αι. επιτελέσθηκε η ακτινοβολία του ελληνικού  και χριστιανικού πολιτισμού σ’ αυτούς αλλά και ευρύτερα στις βορειότερες χώρες της Βαλκανικής. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις οι αδελφοί Κωνσταντίνος (Κύριλλος) και Μεθόδιος, γιοί του δρουγγάριου του στρατηγού της Θεσσαλονίκης Λέοντα, κατόρθωσαν να μάθουν τα σλαβικά γλωσσικά ιδιώματα, να κάνουν σπουδές στην Κωνσταντινούπολη και να διαδώσουν κατόπιν το Χριστιανισμό και το βυζαντινό πολιτισμό στους Σλάβους των Βαλκανίων. Έτσι η ακτινοβολία του ελληνικού και χριστιανικού πολιτισμού προσλαμβάνει τεράστια δύναμη και προοπτική, μέσα από το θαυμαστό  έργο των δύο αυτών Θεσσαλονικέων αδελφών, στη δημιουργία της σλαβικής γλώσσας και λογοτεχνίας, ενώ η μεγάλη ευγνωμοσύνη των σλαβικών λαών κατευθύνεται αντίθετα πλέον από το 19ο αι. στην προσπάθεια προπαγανδισμού της σλαβικής καταγωγής των δύο Ελλήνων ιεραποστόλων.      

2. Οι δοκιμασίες από τις επιδρομές των Σαρακηνών, Βουλγάρων και Νορμανδών και η πνευματική δυναμικότητα της χριστιανικής πίστης

Η ειρηνική αυτή περίοδος, που βιώνεται μέσα στο πλαίσιο μιας δυναμικής πνευματικής παρουσίας της Εκκλησίας στη Θεσσαλονίκη, διαταράσσεται στους επόμενους αιώνες, όχι μόνο από τους Σαρακηνούς πειρατές (904) και τους Βολυλγαρους (976-1040/41) αλλά και από τις επιδρομές ακόμη  των Νορμανδών της Κ. Ιταλίας (11ος και 12ος αι.).

Από τη μια πλευρά η τόλμη και η ταχύτητα δράσης των Αράβων πειρατών της Μεσογείου και από την άλλη οι αναποτελεσματικές προσπάθειες των βυζαντινών για αντιμετώπιση και καταστολή τους έφεραν και τη Θεσσαλονίκη μπροστά στον κίνδυνο της άλωσης, της λεηλασίας, της αιχμαλωσίας και της καταστροφής. Όλα εκείνα τα στοιχεία που αποδεικνύουν το μέγεθος της δοκιμασίας που βιώνει η Θεσσαλονίκη από τους Σαρακηνούς, καταγράφονται στην ιστορία, αφού συνδεθούν όμως αντίστοιχα και με  τη δύναμη εκείνη που διαθέτει για άμεση αντιμετώπισή τους, για επανόρθωση και αναγέννηση.

Ωστόσο οι επεκτατικές τάσεις των Βουλγάρων, μετά την ίδρυση του κράτους τους στις όχθες του κάτω Δούναβη (β΄ μισό του 7ου αι.), καθώς και ο στόχος της κατάκτησης των βυζαντινών περιοχών, δεν αφήνουν σε ειρηνική κατάσταση και πάλι τη Θεσσαλονίκη. Κατά το χρονικό διάστημα του τσάρου Σαμουήλ (976-1014) αλλά και αργότερα του εγγονού του Δελεάνου (1040/41) η Θεσσαλονίκη γίνεται η βάση αντιμετώπισής τους. Ο βυζαντινός χρονογράφος Γ. Κεδρηνός καταγράφει τη σημασία και τη δύναμη της πίστης των χριστιανών, αφού διασώζει μαρτυρίες Βούλγαρων αιχμαλώτων που με όρκους βεβαίωναν την παρουσία του αγίου Δημητρίου, ενός νέου καβαλάρη,  που τους εξακόντιζε φωτιές, ανοίγοντας το δρόμο στους Έλληνες. Έτσι, για μια ακόμη φορά η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης, με ζωντανή τη χριστιανική πνευματικότητα, συμβάλλει στη λύτρωση της περιοχής από τον βουλγαρικό επεκτατισμό, διασφαλίζοντας και τη συνέχεια της ιστορικής της πορείας.

Η στρατηγική θέση βέβαια της Θεσσαλονίκης δεν είχε μόνο αξία για τους βυζαντινούς, αλλά αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία και σ’ εκείνους που υπέβλεπαν την αυτοκρατορία, είχαν συνειδητοποιήσει ότι έχανε τη δύναμή της και αξιολογούσαν τις δυνατότητες που διέθετε σχετικά με την κατάλυση του Βυζαντίου αλλά και την εξάπλωση στο χώρο των Βαλκανίων. Σ’ αυτή την προοπτική εντάσσονται από πλευράς ιστορικής και οι νέες από τη Δύση ερχόμενες επιδρομές των Νορμανδών  εναντίον της (1185). Αν όμως από την πλευρά της πολιτικής διοίκησης δεν υπήρχαν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για αποτελεσματική αντιμετώπιση των κινδύνων με την αμελή και αδιάφορη στάση του ανίκανου βυζαντινού διοικητή της περιοχής Δαβίδ Κομνηνού, κατά τον σύγχρονο βυζαντινό ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη, αν και στάθηκαν αναπόφευκτα τα γεγονότα της άλωσης, των διαρπαγών, της ασέβειας στα ιερά και τα εκκλησιαστικά πρόσωπα, των βεβηλώσεων στον τάφο του αγίου Δημητρίου και στις εκκλησίες της πόλης, εκείνο που επικράτησε στη δοκιμασία αυτή ήταν και πάλι η υψηλή πνευματικότητα του εκκλησιαστικού σώματος της Θεσσαλονίκης. Ο αρχιεπίσκοπος Ευστάθιος εκτός από το ότι ψέγει και δημόσια καταγγέλλει το βυζαντινό διοικητή, συμβάλλει με το λόγο και την πνευματικότητά του στην ενότητα των χριστιανών, καλλιεργώντας τη φιλοπατρία, την ομοψυχία και τη μαχητικότητα του λαού κατά των κατακτητών. Ο ίδιος σημειώνει για τους Θεσσαλονικείς: «@ησαν γ`αρ [αληθ~ως θυμο~υ το~υ ]υπ`ερ πατρίδος [ακρατε~ις, {ανδρες κατορθωμάτων, [ανδρείας γέμοντες, [αλκ`ην πνέοντες, πεπλασμένοι πρ`ος ]ρωμαλεότητα, διψ~ωντες μάχην, κατ`α βαρβαρικ~ων σαρκ~ων πειν~ωντες, φ~αναι τ`ο π~αν, [αρειμάνιοι …». Ετσι, μέσα στο πλαίσιο των υπεράνθρωπων αγώνων των Θεσσαλονικέων, παρά και την ηθική κρίση που είχε υπάρξει, η πολεμική αυτή περιπέτεια είχε αίσιο τέλος, αφού ηττώνται οι Νορμανδοί στο Στρυμόνα και τελικά υποχωρούν.

Πρωταρχικό κριτήριο στο θέμα της αντιμετώπισης των δοκιμασιών από τις επιδρομές των εχθρών, πρέπει να σημειωθεί, αποτελεί η πνευματική ακμή που διέθετε η Θεσσαλονίκη την περίοδο αυτή, μέσα κυρίως από την παρουσία και τη σημαντική δράση αξιόλογων εκκλησιαστικών προσώπων. Οι μητροπολίτες Θεσσαλονίκης Ιωσήφ ο Στουδίτης ο υμνογράφος, Βασίλειος ο Ομολογητής πρώην αρχιεπίσκοπος Κρήτης, του οποίου τα οστά βρέθηκαν το 1980 στο ναό της Αγίας Σοφίας και Λέων ο Μαθηματικός πρώτος πρύτανης του επανιδρυθέντος κατά τον 8ο αι. Πανεπιστημίου της Μαγναύρας, ο κατά τον 10ο αι. κληρικός και ιστορικός Ιωάννης Καμινιάτης και ο μητροπολίτης Ευστάθιος, περίφημος λόγιος, σχολιαστής των έργων του Ομήρου, του Πινδάρου και του Διονυσίου του Περιηγητή, αποτελούν αδιαμφισβήτητα δείγματα της πνευματικής δυναμικότητας της Εκκλησίας Θεσσαλονίκης τη χρονική περίοδο των κυρίως βυζαντινών χρόνων. Ενδεικτικό ακόμη της ακμής της πόλης ήταν οι μέσα σε κατανυκτική ατμόσφαιρα και εκκλησιαστική μεγαλοπρέπεια τελετές προς τιμήν του αγίου Δημητρίου, η καθιέρωση των «Δημητρίων», που γίνονταν από τα χρόνια αυτά κάθε Οκτώβριο προς τιμήν του πολιούχου της Θεσσαλονίκης, καθώς και η λειτουργία μεγάλης εμποροπανήγυρης στην πεδιάδα του Αξιού, δυτικά της πόλης, στην οποία συμμετείχαν έμποροι από όλα τα μέρη της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ακόμα και από την Ιταλία, την Αίγυπτο, την Ισπανία, τη Φοινίκη και τον Εύξεινο Πόντο.

… συνεχίζεται

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Skip to content