Νικολάου Γρ. Ζαχαρόπουλου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ. –
πρωτοπρ. Κωνσταντίνου Κωστάκη δρ. Θεολογίας.
1. Το φραγκικό βασίλειο (1204-1224) και οι Έλληνες ηγεμόνες (1224-1246)
Οι πολιτικές ανατροπές στην Ανατολή με τις Σταυροφορίες (Α΄1095-1099, Β΄1147-1149, Γ΄1189-1193 και Δ΄1202-1204), που ξεκίνησαν στο τέλος του 11ου αιώνα με στόχο την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων από τους μουσουλμάνους, κυρίως όμως εξαιτίας της ανάγκης διεξόδου από την αφόρητη φεουδαρχία του ευρωπαϊκού χώρου και έληξαν με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (13/4/1204), καθόρισαν αναπόφευκτα και την ιστορική πορεία του αντίστοιχου εκκλησιαστικού χώρου. Η επελθούσα κατάσταση αυτή πρέπει ακόμη να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα της εξασθένησης της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Έτσι, δεινή επέρχεται η θέση της ορθόδοξης Εκκλησίας, εφόσον, εκτός από την κατάργηση των πατριαρχείων Κωνσταντινουπόλεως, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων και της αρχιεπισκοπής Κύπρου, την ίδρυση λατινικής αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη, την εγκαθίδρυση λατίνου πατριάρχη (Θωμά Μοροζίνη) με 68 αρχιεπισκοπές και επισκοπές, η κρίση επεκτείνεται και στον εκκλησιαστικό χώρο της Ελλάδας, με την ίδρυση του φραγκικού βασιλείου της Θεσσαλονίκης, του δουκάτου των Αθηνών, του πριγκιπάτου της Αχαΐας και των βενετικών κτήσεων της Κρήτης, των Κυκλάδων και κάποιων από τα Επτάνησα.
Η Θεσσαλονίκη γίνεται πρωτεύουσα του φραγκικού βασιλείου, που ιδρύει ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός και αναγκαστικά δέχεται τη φραγκική οργάνωση με την εγκατάσταση λατίνου αρχιεπισκόπου, που πήρε στην κατοχή του τους δύο ναούς της πόλης (Αγία Σοφία και Άγιο Δημήτριο) για τις θρησκευτικές ανάγκες των Φράγκων. Ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ επικυρώνει (1212) τα όρια της μητρόπολης Θεσσαλονίκης μέχρι τα Σέρβια, με τις επισκοπές: Κίτρους, Βεροίας, Καμπανίας, Βαρδαρίου, Σερβίων, Πέτρας, Πλαταμώνος, Αρδαμερίου, Κασσανδρείας, Ιερισσού και Λαγκαδά. Τώρα επανεμφανίζεται και ο κίνδυνος των Βουλγάρων με τον τσάρο Ιωαννίτση, «Σκυλογιάννη» κατά την επονομασία των ελληνικών πληθυσμών, που νικάει τους Φράγκους, αλλά η προστασία και πάλι του αγίου Δημητρίου αποσοβεί τον κίνδυνο, ενώ ο Ιωαννίτσης δολοφονείται από κάποιο στρατηγό του. Την περίοδο αυτή των Φράγκων ηγεμόνων (1204-1224) φυγαδεύονται από τη Θεσσαλονίκη στην Ιταλία, ίσως από το λατίνο επίσκοπο Varinus και τα άγια λείψανα του αγίου Δημητρίου, για να εντοπισθούν από τη βυζαντινολόγο Μαρία Θεοχάρη στο αββαείο του San Lorenzo in Cammpo και να επανέλθουν στη Θεσσαλονίκη (1979).
Αν, μπροστά από το πρωταρχικό ζήτημα της εκκλησιαστικής ενότητας των ορθοδόξων ως καθοριστική βάση της πορείας του Ελληνισμού, αιτιολογούνται οι ενέργειες διατήρησης των βυζαντινών επαρχιών Τραπεζούντας, Νίκαιας, Ηπείρου και αργότερα του Μυστρά κάτω από Έλληνες ηγεμόνες, η Θεσσαλονίκη σ’ αυτή την ιστορική φάση βρίσκεται στη δύσκολη θέση να γίνεται κέντρο για τη διάσπαση του Ελληνισμού, αφού ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας (1215-1230), κυρίεψε το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Ελλάδας, έδιωξε τους Φράγκους από τη Θεσσαλονίκη και εγκαταστάθηκε σ’ αυτήν. Κάτω από τη φιλοδοξία του να χρισθεί «αυτοκράτορας των Ρωμαίων», μετά την άρνηση του Θεσσαλονίκης, από τον Αχρίδος Δημήτριο Χωματιανό, κατόπιν ήττας του από τον ηγεμόνα της Βουλγαρίας Ιωάννη Ασάν Β΄ στην πεδιάδα της Κλοκοτνίτσας, κοντά στον Έβρο, ο οποίος και τον τύφλωσε, αλλά και μέσα από τις περιπέτειες των διαδόχων του ελλήνων ηγεμόνων, Μανουήλ (1230-1237), Ιωάννη (1237-1244) και Δημητρίου (1244-1246), καταλύεται τελικά το ομώνυμο δεσποτάτο και ενσωματώνεται πάλι, μαζί με τη Μακεδονία, στην αυτοκρατορία της Νίκαιας (1246), επί του αυτοκράτορα Ιωάννη Γ΄ Δούκα Βατάτζη. Έτσι, οι επίσκοποι του δεσποτάτου της Ηπείρου αναγνώρισαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ορίστηκε έξαρχος στις περιοχές του δεσποτάτου. Στα χρόνια του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1259-1282) η μητρόπολη Θεσσαλονίκης εξακολουθεί να κατέχει τη 16η θέση μεταξύ των επαρχιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τις επισκοπές: Κίτρους, Βεροίας, Δουργουβιτίας, Σερβίων, Κασσανδρείας, Καμπανίας, Πέτρας, Ερκούλων, Ιερισσού, Λιτής και Βαρδαριωτών. Αυτήν την περίοδο φαίνεται ότι επικράτησε και η προσφώνηση για το μητροπολίτη Θεσσαλονίκης «παναγιότατος», η οποία είχε βέβαια χρησιμοποιηθεί και λίγο πριν τη φραγκική κατάκτηση (1204) για το μητροπολίτη Κωνσταντίνο Μεσοποταμίτη.
2. Η παρά τις δοκιμασίες σημαντική πνευματική αναγέννηση στο 14ο αιώνα
Τον 14ο αι. η Θεσσαλονίκη ως συμβασιλεύουσα δοκιμάστηκε από αντιπαλότητες, εσωτερικές διαμάχες και πολεμικά γεγονότα. Η κοινωνική εξαθλίωση του λαού, εξαιτίας, από τη μια πλευρά της άνετης ζωής των ευγενών και πλουσίων και από την άλλη της δυστυχίας του απλού λαού, με την εκμετάλλευση και βάναυση μεταχείριση των πτωχών, την πείνα, τις ασθένειες και τη βαριά φορολογία, επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου και ιδιαίτερα από τα μέσα του αιώνα. Παράλληλα η αναστάτωση του βυζαντινού κράτους από τον ανταγωνισμό και τους εμφύλιους πολέμους των αυτοκρατόρων, με βάση κυρίως τη Θεσσαλονίκη (όπως μεταξύ Ανδρόνικου Β΄ και Γ΄ και Αλεξίου Απόκαυκου και Ιωάννη Καντακουζηνού), ωθεί τα πράγματα σε απροχώρητο σημείο. Η αντιπαλότητα, η φιλοδοξία, η ιδιοτέλεια και οι έριδες διχάζουν και καλλιεργούν κλίμα εναντιότητας και διχασμού. Σ’ αυτήν την κατάσταση λαμβάνει χώρα η επανάσταση των Ζηλωτών (1342-1349), την οποία υποστηρίζει ο λαός, για να απαλλαγεί από τις συμφορές. Αν και οι συγγραφείς διασώζουν πληροφορίες που περιγράφουν τα εγκλήματα και τις βιαιοπραγίες των Ζηλωτών σε βάρος των πλουσίων και τη δήμευση των εκκλησιαστικών και μοναστικών κτημάτων, ωστόσο φαίνεται ότι με την επικράτησή τους προσπαθούν να εκτελέσουν το μεταρρυθμιστικό τους πρόγραμμα προς ωφέλεια του λαού. Η αντεπανάσταση που οργανώνεται στη Θεσσαλονίκη ανατρέπει τους Ζηλωτές (1349), αφήνοντας έντονα την αίσθηση της ανάγκης για κοινωνικές αλλαγές.
Μολονότι βέβαια το εκκλησιαστικό πλήρωμα της Θεσσαλονίκης δοκιμάστηκε από τη φραγκική κατάκτηση, αλλά και από τις συνέπειες της κοινωνικής αναταραχής στο 14ο αι., έζησε και μια σημαντική πνευματική αναγέννηση. Σημαντικότατο ιστορικό γεγονός της εποχής αποτελεί το ζήτημα του ησυχασμού, που ξεκίνησε από το Άγιον Όρος μέσα από την αυστηρή ασκητική ζωή των μοναχών, τη νοερά προσευχή και τους καρπούς της Χάρης του Θεού που δεχόταν ως άκτιστο φως και δείγμα πρόγευσης της μελλοντικής αιώνιας ευτυχίας στη Βασιλεία του Θεού από την παρούσα ζωή. Κύριος εκπρόσωπος του ησυχασμού αναδείχθηκε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, που έγινε και μητροπολίτης Θεσσαλονίκης το 1347. Οι βαθύτατες αυτές θεολογικές ιδέες και η πρακτική των ησυχαστών εύκολα διαδόθηκαν και στη Θεσσαλονίκη, όπου τις πληροφορήθηκε και τις ειρωνεύθηκε, μη κατανοώντας το βάθος τους, ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός, μοναχός από τη Ν. Ιταλία και καθηγητής της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης αλλά και άλλοι αντιησυχαστές, όπως ο Δημήτριος και ο Πρόχορος Κυδώνης. Όλα τα γεγονότα που διαγράφουν τις τεράστιες διαστάσεις της θεολογικής αυτής κρίσης με τη σύγκληση συνόδων (1341, 1345, 1347, 1351), τα σχετικά συγγράμματα και τον πολυμέτωπο αγώνα του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αποδεικνύουν ιστορικά με κάθε εμφάνεια την ύπαρξη κυρίως των μεγάλων αντιθέσεων του πνεύματος της Ανατολής με εκείνο της Δύσης. Επιπλέον η Θεσσαλονίκη την περίοδο αυτή αναδεικνύεται σε εστία καλλιέργειας των ελληνικών σπουδών με πλήθος λογίων και εκπροσώπων της τέχνης (ζωγραφικής, αρχιτεκτονικής, καλλιγραφίας, μικρογραφίας, κεντητικής κ.ά) αλλά και με σημαντικά μνημεία που κοσμούν τον εκκλησιαστικό χώρο της Θεσσαλονίκης (ναοί: Ταξιαρχών, Αγίου Νικολάου Ορφανού, καθολικού της μονής Βλατάδων, Σωτήρος, Αγίων Αποστόλων). Εκτός από το Γρηγόριο Παλαμά, πρέπει να αναφερθούν και άλλα σημαντικά ονόματα λογίων, όπως ο πατριάρχης Φιλόθεος Κόκκινος, στου οποίου τα συγγράμματα συγκαταλέγεται και ο βίος ευσεβών μοναχών και κληρικών που λάμπρυναν με την αγιότητα και τη λογιοσύνη τους αυτή την εποχή τη Θεσσαλονίκη όπως ο Νείλος Καβάσιλας, ο Νικόλαος Καβάσιλας, ο μοναχός Σάββας ο Νέος, ο αρχαιομαθής Θωμάς Μάγιστρος, ο κανονολόγος Ματθαίος Βλάσταρης, ο νομικός Κωνστ. Αρμενόπουλος, ο Νικηφόρος Χούμνος κ. ά.
Παρά τις δύσκολες όμως περιστάσεις που βρισκόταν γενικά ο χώρος της ορθόδοξης Ανατολής, διασωζόταν ωστόσο η πολύτιμη ενότητα του Ελληνισμού μέσα στην ιστορική πορεία και την πνευματικότητα της ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο πνευματικός βίος του ορθόδοξου Ελληνισμού συνέχιζε να διαγράφεται στα σημαντικά και σπουδαία κέντρα της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη. Από τις αρχές του αιώνα και συγκεκριμένα με τις μεταρρυθμίσεις του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου η μητρόπολη Θεσσαλονίκης προάγεται στην 11η θέση μεταξύ των επαρχιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου με 12 επισκοπές: Κίτρους ή Πύδνας, Βεροίας, Δουργουβιτίας, Σερβίων, Κασσανδρείας και Ποτιδαίας, Καμπανίας και Καστρίου, Πέτρας, Ερκούλων ή Αρδαμερίου, Ιερισσού ή Αγίου Όρους, Λιτής, Βαρδαριωτών και Λυκοστομίου. Οι εκάστοτε αρχιεπίσκοποι Θεσσαλονίκης, που έχουν την εκκλησιαστική εξουσία, διαδραματίζουν σημαντικότατο ρόλο, ακόμη και σε διοικητικά ζητήματα της περιοχής, προπάντων όμως υπηρετούν με υψηλό ενδιαφέρον το μοναδικό έργο της παρηγορίας, του ανακουφισμού και της προστασίας του εκκλησιαστικού πληρώματος και ιδίως των πασχόντων από τις συνέπειες της κοινωνικής εξαθλίωσης της εποχής. Μέσα ακόμη στο πλαίσιο της κοινοτικής αυτονομίας των Θεσσαλονικέων θα πρέπει να καταγραφεί και η σημαντική θέση του αρχιεπισκόπου στη δικαστική εξουσία, αφού, σύμφωνα με τις πηγές, οι αντίστοιχες «[αποφάσεις κα`ι α]ι διαιτησίαι το~υ [αρχιεπισκόπου δέον ν`α {εχουν νόμιμον κ~υρος χωρ`ις [αντιλογίαν τινα». Στο έργο αυτό συμπαρίστανται και οι λόγιοι της εποχής, προασπίζοντας τα από παλιά καθορισμένα προνόμια των Θεσσαλονικέων, όπως φαίνεται στα λόγια και τις παραινέσεις του Θωμά Μάγιστρου: «Πολ~ιται, μ`η δ`η τ`ην πάτριον κα`ι {εννομον ]υμ~ιν πολιτείαν κα`ι χρόνοις μ`εν πολλο~ις [εγγυμνασμένην κα`ι θαυμαζομένην δ`ε ]υπ`ο πάντων, [ολίγοις δ`ε ζηλουμένην, παράδειγμα δ`ε βίου σώφρονος ο@υσαν, ταύτην ]ραδίως πρόησθε».
3. Στην υποτέλεια των Τούρκων (1383-1391) και στην κυριαρχία των Βενετών (1423-1430)
Μπροστά από τον τουρκικό κίνδυνο, που παρουσιάζεται στη συνέχεια και σταδιακά περισφίγγει τη Θεσσαλονίκη, από τη μια πλευρά καταβάλλεται αντίσταση από τον διοικητή της Θεσσαλονίκης Μανουήλ Β΄, ενώ από την άλλη εγείρονται αντιρρήσεις από τον αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Ισίδωρο, εξαιτίας και των απαλλοτριώσεων μοναστηριακών αγιορειτικών κτημάτων, που επιχειρεί ο Μανουήλ κατά το πνεύμα και το σχέδιο των κοινωνικών του ιδεών. Επιπλέον, οι αδιάκοπες διενέξεις του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου με τα μέλη της οικογένειάς του, οι άκαρπες προσπάθειες του Μανουήλ προς τους Βενετούς και τον πάπα για ενίσχυση, η αντίθεση των ησυχαστών και προπάντων η κατάπτωση του ηθικού των Θεσσαλονικέων συντελούν στο να παραδοθεί μετά από πολιορκία (1383-1387) η πόλη ως φόρου υποτελής στους Τούρκους κατακτητές. Ωστόσο, την κάπως ειρηνική ζωή των χριστιανών τον πρώτο καιρό της τουρκικής κατάκτησης διαδέχεται από τις 16/2/1391 σκληρότερη και επαχθέστερη κατάσταση δουλείας, εξισλαμισμών, εφαρμογής παιδομαζώματος αλλά και ύπαρξης μεγάλου αριθμού κρυπτοχριστιανών. Σημαντικές ιστορικές πηγές των χρόνων αυτών είναι οι ομιλίες του αρχιεπισκόπου Ισιδώρου Γλαβά, αλλά και οι μεταγενέστερες πληροφορίες για την εποχή αυτή του αρχιεπισκόπου Συμεών (1416-1429). Βέβαια η μετά τον Ισίδωρο παρουσία του αρχιεπισκόπου Γαβριήλ, το ήθος και οι αρετές που διαθέτει εξευμενίζουν τους κατακτητές, πείθοντάς τους για ημερότερη συμπεριφορά και αποφυγή συμφορών ή και ακόμη για παραχώρηση προνομίων.
Όμως κάτω από την υπάρχουσα τουρκική αδυναμία, εξαιτίας των εμφύλιων πολέμων των υιών του σουλτάνου Βαγιαζίτ, αλλά και το κατόρθωμα του Μανουήλ Β΄ να ανακαταλάβει τη Θεσσαλονίκη, η πόλη θα δοκιμάσει διαδοχικές πολιορκίες (1412, 1416), μέχρι και του σημείου της παράδοσής της στους Βενετούς (1423-1430), με τους όρους της κοινοτικής αυτοδιοίκησης, της προνομιακής θέσης του αρχιεπισκόπου και της εκκλησιαστικής ελευθερίας των χριστιανών.
Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα ταραγμένη για πολλούς και διάφορους λόγους. Η μη τήρηση από πλευρά ς Βενετών των συμφωνηθέντων όρων, η απογοήτευση των κατοίκων από τη σκληρή βενετική τακτική, οι απραγματοποίητες κάθε τόσο υποσχέσεις του δόγη, μετά από τις διαμαρτυρίες της ελληνικής κοινότητας στην ανεξέλεγκτη αυθαιρεσία των Βενετών, οι συνομωτικές ενέργειες των Θεσσαλονικέων κατά των Βενετών και η σταδιακά αυξανόμενη απομάκρυνση από κάθε ελπίδα καλυτέρευσης, παρουσιάζει το ένα μέρος των αρνητικών στοιχείων της επικρατούσας κατάστασης. Επιπλέον, οι εχθρικές διαθέσεις των Τούρκων, που καιροφυλαχτούν και σταδιακά ενισχύονται, μαρτυρούν την επιδείνωση της κατάστασης, κυρίως μετά το θάνατο του Μανουήλ Β΄ (1425), λόγω της εχθρότητας του σουλτάνου Μουράτ Β΄ προς τον Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγο. Έτσι από το 1426 ο τουρκικός κίνδυνος επέρχεται με τελική κατάληξη την πολιορκία και άλωση της Θεσσαλονίκης (1430) και το τέλος της βενετικής κατοχής. Τα στοιχεία εκείνα που μαρτυρούν την ταραγμένη εκείνη εποχή αντλούνται από τα σημαντικά κείμενα του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Συμεών, ο οποίος διασώζει πληροφορίες για το διχασμό του λαού (φιλοτουρκική και φιλοβενετική μερίδα), για την αυτομολία πολλών στο τουρκικό μέρος, για τη σχεδιαζόμενη ένωση των Εκκλησιών και για τη δύσκολη θέση του αρχιεπισκόπου, που αιφνίδια πεθαίνει, μη φθάνοντας το τραγικό γεγονός της πολιορκίας και της πτώσης της πόλης. Σημαντικό καταγράφεται στην εκκλησιαστική ιστορία της εποχής το πρόσωπο και το έργο του αρχιεπισκόπου Συμεών, η ιδιαίτερη λαμπρότητα που είχε προσδώσει στις τελετές και τις ακολουθίες, τα σημαντικότατα κείμενα και η σοφία του, προπάντων όμως η ιδιαίτερη παραμυθητική φροντίδα του για το λαό που ζούσε βασανισμένος στην υποδούλωση και τις ατέλειωτες δυσκολίες.
Οι λεηλασίες των κατακτητών, οι τεράστιες απώλειες των Βενετών, η καταστροφή των εκκλησιών και των μοναστηριών της Θεσσαλονίκης και προπάντων η δεινή θέση του εκκλησιαστικού πληρώματος, που είναι πάντα προσηλωμένο με ακμαία πίστη στον προστάτη του άγιο Δημήτριο, περιγράφονται παραστατικά από τον αυτόπτη μάρτυρα Ιωάννη Αναγνώστη. Από την άλλη η οθωμανική κυριαρχία με την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης επιβάλλεται με το κλείσιμο και την ερείπωση των χριστιανικών ναών αλλά και την μετατροπή των κυριότερων σε τζαμιά, όπως μαρτυρεί η τουρκική επιγραφή σε κίονα του ιστορικού ναού της Αχειροποιήτου, τον οποίο ο Μουράτ Β΄ αμέσως μετά την κατάκτηση της πόλης μετέτρεψε σε τζαμί (Εσκί Τζουμά).
… συνεχίζεται












