Loading..

Θεσσαλονίκης Μητρόπολη. Β΄. ΠΡΩΤΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (380/1-732/3)

Νικολάου Γρ. Ζαχαρόπουλου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ. –

πρωτοπρ. Κωνσταντίνου Κωστάκη, δρ. Θεολογίας

1. Η επικράτηση της Εκκλησίας και η βαθμιαία εξασθένηση του Εθνισμού στα χρόνια του Μ. Θεοδοσίου.

Η εξέχουσα θέση της Θεσσαλονίκης με την οικονομική ευμάρεια και την ισχυρή θρησκευτικότητα των κατοίκων της συνέθετε το πλαίσιο των προϋποθέσεων που της επέτρεπε και στη συνέχεια να είναι επίκεντρο δράσης των αυτοκρατόρων, προπύργιο αντιμετώπισης των βαρβαρικών επιδρομών, καθώς επίσης και εκκλησιαστικό κέντρο της υπαρχίας του Ανατολικού Ιλλυρικού, εφόσον, κατά την μαρτυρία του Θεοδωρήτου, ήταν «μεγίστη κα`ι πολυάνθρωπος, ε[ις μ`εν τ`ο Μακεδόνων {εθνος τελο~υσα, ]ηγουμένη δ`ε κα`ι Θεσσαλίας κα`ι [ Αχαΐας κα`ι μέντοι κα`ι {αλλων παμπόλλων [εθν~ων, \οσα τ~ων [ Ιλλυρι~ων τ`ον \υπαρχον ]ηγούμενον {εχει».

Τόσο οι επιδρομές των Γότθων νοτίως του Δούναβη, όσο και η διατήρηση της υπόστασης του Εθνισμού αποτελούσαν τα κίνητρα που υπαγόρευσαν στον αυτοκράτορα να καταστήσει τη Θεσσαλονίκη για κάποιο χρονικό διάστημα ορμητήριο των επιχειρήσεων και ενεργειών του. Εδώ κατά πρώτον δέχθηκε σημαντική επίδραση στη θρησκευτική του πολιτική από τον Θεσσαλονίκης Αχόλιο ή Ασχόλιο, ο οποίος διαφύλαττε «[ασάλευτον τ`ην {ανωθεν μ`εν κα`ι [εξ [αρχ~ης [εκ τ~ων [αποστόλων παραδοθε~ισαν πίστιν, [εν δ`ε τ~?η κατ`α Νίκαιαν συνόδ?ω βεβαιωθε~ισαν». Έτσι από τη μια πλευρά η ασθένεια στην οποία είχε περιέλθει ο αυτοκράτορας και από την άλλη η επιβεβαίωση ότι ο επίσκοπος Θεσσαλονίκης διαθέτει ακραιφνές ορθόδοξο φρόνημα συνευδοκούν, κατά τον ιστορικό Σωκράτη, ώστε να εκτελεσθεί η επιθυμία του Θεοδοσίου και να βαπτισθεί χριστιανός από τον Θεσσαλονίκης.

Από την Θεσσαλονίκη επίσης στις 28 Φεβρουαρίου του 380 εκδίδει το περίφημο διάταγμα “Edictum Thessalonicae”, με το οποίο διακηρύσσεται ως το μόνο αληθινό το δόγμα της Νίκαιας, ενώ καταδικάζονται τα υπόλοιπα ως αιρέσεις. Μέσα στο πλαίσιο ακόμη της επιθυμίας του Θεοδοσίου για στερέωση της Εκκλησίας πρέπει να θεωρηθεί τόσο η σύγκληση της Β΄ οικουμενικής συνόδου στην Κωνσταντινούπολη (381), όσο και η μαρτυρούμενη συμμετοχή σ’ αυτήν του Θεσσαλονίκης Ασχολίου. Από την άλλη η σειρά διαταγμάτων (381, 383, 391) σχετικών με την απαγόρευση της εθνικής λατρείας, τη μετατροπή των χώρων λατρείας ή τον αφανισμό τους, το κλείσιμο των μαντείων κ.ά. καθιστά ουσιαστικά την αποστασία από την Εκκλησία αξιόποινο αδίκημα, που και στη συνέχεια βέβαια έχει ισχύ επί των αυτοκρατόρων Αρκαδίου (395-408), Θεοδοσίου Β΄ Μικρού (408-450) και Μαρκιανού (450-457). Αν όμως ο  Εθνισμός προσπαθεί να διατηρήσει ανθηρή την υπόστασή του σ’ όλο τον Ελλαδικό χώρο – μέτρα Ιουλιανού του Παραβάτη (361-363) και προσπάθειες των Νεοπλατωνικών – ο κύριος λόγος υποχώρησης του Εθνισμού είναι ουσιαστικά η αναπόφευκτη και σταδιακά αυξανόμενη παρακμή της ίδιας της εθνικής θρησκείας, ένδειξη της οποίας αποτελεί η αναγκαστική άρση των νόμων του Ιουλιανού από τον Ιοβιανό (363-364) και τον Ουαλεντιανό (364-367).

Με την Θεσσαλονίκη επίσης είναι συνδεμένο, αρνητικά βέβαια, το όνομα του Θεοδοσίου, εξαιτίας της μεγάλης σφαγής – κατά παράδοση 7000 κατοίκων – στον ιπππόδρομο (390), που διέταξε ο ίδιος, κινούμενος από δυσαρέσκεια και αγανάκτηση στην προηγηθείσα στάση με την καταπάτηση δημόσιων κτιρίων, την κατάλυση αρχών και τη δολοφονία πολλών βασιλικών αρχόντων, στρατιωτών της αυτοκρατορικής φρουράς και του διοικητή των στρατιωτικών δυνάμεων Βουτέριχου. Την πράξη του αυτή επιτίμησε ο επίσκοπος Μεδιολάνων Αμβρόσιος και τον εξανάγκασε να ομολογήσει δημόσια το αμάρτημά του, υποβαλλόμενος μάλιστα σε έμπρακτη ταπεινωτική μετάνοια. Είναι αξιοσημείωτο το περιεχόμενο των λόγων του Αμβροσίου προς τον Θεοδόσιο, κατά τον Θεοδώρητο, ενώ προσερχόταν στο ναό: «ποίοις τοίνυν [οφθαλμο~ις {οψει τ`ον το~υ κοινο~υ Δεσπότου νεών; Ποίοις δ`ε ποσ`ι τ`ο δάπεδον [εκε~ινο πατήσεις τ`ο \αγιον; Π~ως δ`ε τ`ας χε~ιρας [εκτενε~ις [αποσταζούσας {ετι το~υ [αδίκου φόνου τ`ο α#ιμα; Π~ως δ`ε τοιαύτης ]υποδέξ?η χερσ`ι το~υ Δεσπότου τ`ο πανάγιον σ~ωμα; Π~ως δ`ε τ~?ω στόματι προσοίσεις τ`ο α#ιμα τ`ο τίμιον, τοσο~υτον δι`α τ`ον το~υ θυμο~υ λόγον [εκχέας παρανόμως α#ιμα; {απιθι τοίνυν …».

Επομένως στο τέλος του 4ου ή και στις αρχές ακόμη του 5ου αι. ο Χριστιανισμός στη Θεσσαλονίκη αλλά και στον Ελλαδικό γενικά χώρο φαίνεται νε έχει επικρατήσει και οι Εκκλησίες να διαθέτουν ισχυρή παρουσία, εφόσον ικανός αριθμός επισκόπων συμμετέχει σε οικουμενικές ή τοπικές της περιόδου συνόδους. Οι επισκοπές από το χώρο της Μακεδονίας: Φιλίππων, Βεροίας, Εδέσσης, Στόβων, Πέλλης, Αμφιπόλεως και Δίου ή Πύδνης  εξαρτώνται από την μητρόπολη Θεσσαλονίκης.        

 2. Το διοικητικό εκκλησιαστικό κέντρο του Ανατολικού Ιλλυρικού

Ο χώρος όμως του Ανατολικού Ιλλυρικού ανήκε αρχικά στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, γι’ αυτό και η αντίστοιχη εκκλησιαστική εξαρχία (ολόκληρη η χερσόνησος του Αίμου εκτός της Θράκης και της Παννονίας) μέχρι το 395 μ.Χ. φαίνεται συνδεμένη με τη Ρωμαϊκή Εκκλησία. Η επιρροή αυτή του πάπα στις Εκκλησίες της Ελλάδος, που ήταν οριοθετημένες στο πλαίσιο των επαρχιών Αχαΐας, Μακεδονίας, Παλαιάς και Νέας Ηπείρου με τα νησιά του Ιονίου, Θεσσαλίας, Κρήτης και των υπόλοιπων νησιών, μαρτυρείται ιστορικά ήδη από το τέλος του 1ου αι. στην Α΄ επιστολή Κλήμεντα, ενώ η ανταπόκρισή τους στη στήριξη αυτή επιβεβαιώνεται στο τέλος του 2ου αι. στα κείμενα του Διονυσίου Κορίνθου. Επιπλέον διαπιστώνεται ότι καλλιεργήθηκε στη συνέχεια μεταξύ τους ένας στενότερος σύνδεσμος κάτω από την ανάγκη αντιμετώπισης εκκλησιαστικών ζητημάτων, ερίδων ή και αιρετικών ακόμη τάσεων και ιδεών.

 Όταν όμως μετά το Θεοδόσιο ο χώρος του Ανατολικού Ιλλυρικού υπήχθη στο Ανατολικό τμήμα του Ρωμαϊκού κράτους, η αντίστοιχη εκκλησιαστική εξαρχία δεν ακολούθησε την πολιτική μεταβολή, αλλά συνέχισε και μετά την οριστική κατά το 395 υπαγωγή να τελεί κάτω από τη δικαιοδοσία της Ρώμης, λόγω ίσως του ότι η δικαιοδοσία του Κωνσταντινουπόλεως στις επαρχίες της Ανατολής βρισκόταν υπό διαμόρφωση. Έτσι, μπροστά από την ασταθή αυτή κατάσταση παρατηρείται βαθμιαία αύξηση της επίδρασης και εποπτείας του αρχιεπισκόπου Ρώμης στο χώρο του Ανατολικού Ιλλυρικού με την ανάθεση στο μητροπολίτη Θεσσαλονίκης εξαρχικών δικαιωμάτων και τη στήριξη της Ρωμαϊκής Εκκλησίας.

Οι πάπες της Ρώμης Δάμασος Α΄(366-384), Σιρίκιος (384-398) και Αναστάσιος Α΄(399-402), επειδή η μητρόπολη Θεσσαλονίκης είχε επιβλητικό κύρος και ο μητροπολίτης εξέχουσα θέση στο χώρο του Ανατολικού Ιλλυρικού, προσπαθούσαν να επιβληθούν στην ενιαία αυτή εκκλησιαστική περιοχή, αναθέτοντας στον Θεσσαλονίκης το δικαίωμα του ελέγχου των χειροτονιών των επισκόπων, της σύγκλησης των συνόδων της εξαρχίας και της διευθέτησης προβλημάτων. Μετά όμως το 395, οπότε αρχίζει να αμφισβητείται η δικαιοδοσία των παπών, καταγράφεται στην εκκλησιαστική ιστορία η εργώδης αγωνία και οι επίμονες ενέργειές τους για τη διατήρηση και επαύξηση των εκκλησιαστικών προνομίων του Θεσσαλονίκης. Έτσι από τον Ιννοκέντιο Α΄(402-417) και τους μετέπειτα πάπες  μπαίνει σε εφαρμογή ένα έμμεσο απολυταρχικό διοικητικό καθεστώς, η ίδρυση βικαριάτου, σύμφωνα με το οποίο ο Θεσσαλονίκης καθίσταται ελεγκτής των πάντων και οι αντίστοιχες ενέργειές του επικυρώνονται από τον πάπα. Η Ρωμαϊκή Εκκλησία λοιπόν με τα δικαιώματα του εκκλήτου, της επικύρωσης των αποφάσεων των τοπικών συνόδων και της παραχώρησης του τίτλου του βικαρίου στον εκάστοτε Θεσσαλονίκης, αποκτά πλέον μόνιμο εκπρόσωπο στο Ανατολικό Ιλλυρικό, ο οποίος επικυρώνει τις αλλαγές των επισκόπων και την κατάστασή τους, προεδρεύει στις τοπικές συνόδους της περιοχής και επιλύει τις διάφορες κατά καιρούς δύσκολες περιπτώσεις που προκύπτουν ανάμεσα στους επισκόπους.

Από το σημείο αυτό γεγονότα που αφορούν τις σχέσεις των Εκκλησιών Ρώμης και Κωνσταντινούπολης, όπως τα σχετικά με το Ακακιανό σχίσμα (484-519), μπορούν να δώσουν μια γενική εικόνα της ανώμαλης εκκλησιαστικής κατάστασης στην περιοχή, αλλά και να δείξουν την ευμετάβολη φύση των πραγμάτων, που γίνονται αφορμή για εντονότερες και επεισοδιακές επεμβάσεις. Σημαντικές επίσης μαρτυρίες για τον τρόπο με τον οποίο ασκούσε την εποπτεία ο αρχιεπίσκοπος Ρώμης στις εκκλησιαστικές επαρχίες του Ανατολικού Ιλλυρικού μπορούν να αντληθούν από τα πρακτικά των ΣΤ΄ (680) και Πενθέκτης (691/2) οικουμενικών συνόδων, όπου με τον τίτλο του «βικαρίου ή ληγάτου της πρεσβυτέρας Ρώμης» αναφέρεται ο Θεσσαλονίκης αλλά και άλλοι μητροπολίτες και επίσκοποι.

Η διοικητική διάρθρωση του Ανατολικού Ιλλυρικού την περίοδο αυτή με τις δεκατρείς επαρχίες (κατά τον Συνέκδημο Ιεροκλέους 527/528) φαίνεται να αποτελεί και τη βάση της εκκλησιαστικής διάρθρωσης των δώδεκα εκκλησιαστικών ή μητροπολιτικών περιφερειών. Στις επτά ελληνικές μητροπόλεις (Θεσσαλονίκης, Λαρίσης, Κορίνθου, Νικοπόλεως, Δυρραχίου, Κρήτης και των νήσων του Αρχιπελάγους) και στις υπόλοιπες (Σκόδρας, Σκοπίων, Βιμινακίου, Σαρδικής και Άκυων), εντάσσονταν οι  αντιστοιχούσες σ’ αυτές επισκοπές, που συγκροτούσαν τις επαρχιακές συνόδους, διατηρώντας έτσι την απαιτούμενη εκκλησιαστική συνοχή ή αντιμετωπίζοντας ζητήματα σχετικά με τη διοίκηση και την εκκλησιαστική διαποίμανσή τους. Από τον 5ο και μέχρι τον 8ο αι. η εξέχουσα διοικητική θέση του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης στο χώρο του Ανατολικού Ιλλυρικού έχει καθοριστική σημασία, αφενός για τα της άμεσης εποπτείας ζητήματα των επισκοπών της δικαιοδοσίας του (Σερρών, Ηρακλείας, Φιλίππων, Δοβήρου, Στόβων, Πέλλης, Παρθηκουπόλεως, Βαργάλων, Βεροίας, Θάσου, Κασσανδρείας κ.ά.) και αφετέρου σχετικά με την ευρύτερη εκκλησιαστική διοικητική ενότητα όλων των μητροπολιτικών περιφερειών του Ιλλυρικού. Πρέπει να σημειωθεί ότι, λόγω των από βορρά κατά της αυτοκρατορίας βαρβαρικών επιδρομών, η ισχυρή Θεσσαλονίκη δέχεται μεγάλο αριθμό προσφύγων, πλην όμως οι επελθούσες καταστροφές επηρεάζουν αναπόφευκτα και το ζήτημα της διατήρησης κάποιων επισκοπών.         

Δεδομένου, όμως, του ότι η φυσική θέση του Ανατολικού Ιλλυρικού, όχι μόνο διοικητικά αλλά εθνολογικά και πολιτιστικά ήταν στο Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος, ήταν επόμενο και αναμενόταν η ευκαιρία της μεταβολής, σύμφωνα και με την αρχή ότι τα εκκλησιαστικά όρια έπρεπε να συμπίπτουν με εκείνα της πολιτικής διοίκησης των επαρχιών. Από την άλλη, η αντίδραση των άλλων μητροπολιτών και επισκόπων που δεν αναγνώριζαν το μητροπολίτη Θεσσαλονίκης ως αντιπρόσωπο του πάπα, καθώς και οι αβαροσλαβικές επιδρομές την περίοδο αυτή δημιούργησαν την ανάγκη του τερματισμού του βικαριάτου στο Ανατολικό Ιλλυρικό. Έτσι η αφορμή δόθηκε με την εικονομαχική κίνηση που αναπτύχθηκε τον 8ο αιώνα και συγκεκριμένα όταν ο Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος απαίτησε την κατάργηση των εικόνων. Ο πάπας Γρηγόριος Γ΄ συγκάλεσε σύνοδο στη Ρώμη καταδικάζοντας τις εικονομαχικές αποφάσεις και ο αυτοκράτορας απέσπασε από την επιρροή της Ρωμαϊκής Εκκλησίας τις εκκλησιαστικές επαρχίες του Ιλλυρικού, υπάγοντάς τις και εκκλησιαστικά στον πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης, για να αρχίσει πλέον μία νέα εκκλησιαστική κατάσταση των επαρχιών του Ανατολικού Ιλλυρικού. Ωστόσο η επικύρωση της νέας αυτής εκκλησιαστικής κατάστασης θα γίνει επί Φωτίου (877) και η αναγραφή του γεγονότος στον κώδικα των «Βασιλικών» θα ακολουθήσει το 884. Βέβαια η μητρόπολη Θεσσαλονίκης είχε κρατήσει μέχρι του σημείου αυτού περίοπτη εκκλησιαστική θέση, εφόσον αποτέλεσε το διοικητικό εκκλησιαστικό κέντρο του Ανατολικού Ιλλυρικού, απολαμβάνοντας επιβλητικό κύρος μεταξύ των άλλων μητροπόλεων του Ελλαδικού χώρου, ενώ είχε συμβάλλει σε μια περίοδο εξαιρετικά δύσκολη, αφενός στην απόκρουση των επιδρομών των βαρβάρων και ιδιαίτερα των Σλάβων και αφετέρου στη διαφύλαξη της πνευματικής δυναμικότητας και της εθνολογικής ενότητας της χριστιανικής πλέον Ελλάδος. Από τη συλλογή αγιολογικών κειμένων του 7ου αι. «Θαύματα του αγίου Δημητρίου» αντλούνται σημαντικά στοιχεία, τόσο για το μέγεθος των κινδύνων, όσο και για τη θαυματουργική επέμβαση και καθοδήγηση του αγίου.

… συνεχίζεται

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Skip to content