Loading..

Θεσσαλονίκης Μητρόπολη. ΣΤ΄ Η ΝΕΟΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Νικολάου Γρ. Ζαχαρόπουλου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ. – πρωτοπρ. Κωνσταντίνου Κωστάκη δρ. Θεολογίας

            Αν για τα ευρωπαϊκά ιστορικά δεδομένα η περίοδος από το γαλλογερμανικό (1870) μέχρι τον α΄ παγκόσμιο πόλεμο (1914) μπορεί να χαρακτηρισθεί ως περίοδος ισορροπίας, παρά τις έντονες τάσεις αύξησης των εξοπλισμών, τις προστριβές και τους συνασπισμούς μεταξύ των κρατών, για τον διευρυμένο μετά τους βαλκανικούς πολέμους ελληνικό χώρο (κυριαρχία νησιών πλην Ίμβρου και Τενέδου και σύνορα μέχρι το Νέστο ποταμό) τα γεγονότα συνθέτουν την αντίθετη εικόνα, τόσο του πολιτειακού και του εκκλησιαστικού χώρου, όσο και της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης. Η διαφωνία Ελ. Βενιζέλου (συμμετοχή της Ελλάδας παρά το πλευρό των δυτικών συμμάχων, “Entente”, ως ευκαιρία πραγματοποίησης του ονείρου της “Μεγάλης Ελλάδος”) και βασιλιά Κωνσταντίνου (αυστηρή ουδετερότητα στους εμπολέμους), η δημιουργία χωριστού κράτους από τον Βενιζέλο με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη (1916) και το «ανάθεμα» για το Βενιζέλο στην Αθήνα με τη συμμετοχή της συνόδου και των κληρικών, ύστερα από πίεση των επιστράτων («[ Ελευθερί?ω Βενιζέλ?ω [επιβουλευθέντι τ`ην βασιλείαν κα`ι τ`ην πατρίδα, καταδιώξαντι κα`ι φυλακίσαντι [αρχιερε~ις, [ανάθεμα {εστω»), επέφεραν βαθύ διχασμό στον Ελληνισμό αλλά και διοικητική και πνευματική αποδιοργάνωση στον εκκλησιαστικό χώρο των Νέων χωρών.

            Ειδικότερα, η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης και οι εκκλησιαστικές επαρχίες γενικά των Νέων χωρών, αποκομμένες λόγω του πολέμου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπου υπάγονταν, αλλά και από τις υπόλοιπες επαρχίες του Ελλαδικού χώρου, βρίσκονταν σε κατάσταση αστάθειας με επιδεινούμενες συνεχώς συνθήκες διοικητικής υπόστασης και πνευματικής πορείας, ενώ η Θεσσαλονίκη γίνεται η εστία για την εξέγερση της ελληνικής ψυχής. Από την άλλη ιεράρχες που δεν αναγνώριζαν το εθνικό κίνημα κατέφευγαν στις περιοχές δικαιοδοσίας της κυρίως Ελλάδος, ενώ άλλοι απομακρύνονταν από τις έδρες τους ως ανεπιθύμητοι από την προσωρινή κυβέρνηση. Μπροστά από την κατάσταση αυτή ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης (1912-1951), μετά και από συνεννόηση με τον πρωθυπουργό Ελ. Βενιζέλο, συγκαλεί (27/2/1917) την επισκοπική υπό την προεδρεία του σύνοδο (μέλη: Κίτρους Παρθένιος, Καμπανίας Διόδωρος, Πολυανής Φώτιος, Αρδαμερίου Ιωακείμ, Ιερισσού και Αγίου Όρους Σωκράτης), προχωρεί στη σύνταξη υπομνήματος που περιέγραφε τη δεινή για την Εκκλησία κατάσταση και καταθέτει το αίτημα για σύγκληση στη Θεσσαλονίκη όλης της ιεραρχίας των Νέων χωρών. Έτσι, με τη σύγκληση της συνόδου αυτής (Απρίλιος – Μάιος 1917, σε εννέα συνεδριάσεις) υιοθετήθηκε λύση ανάγκης που αφορούσε τη ρύθμιση των σχετικών με την εκκλησιαστική διοίκηση και ζωή ζητημάτων των επαρχιών αυτών κατά τις δύσκολες περιστάσεις της χρονικής αυτής περιόδου. Με τη σύσταση του «Εκκλησιαστικού Αρχιερατικού Συμβουλίου» (βάσει του Διατάγματος της κυβέρνησης υπ’ αριθμ. 2386/ 24 Μαΐου 1917), ως προσωρινής μέχρι της πλήρους αποκατάστασης της επικοινωνίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο διοικούσας εκκλησιαστικής Αρχής των επαρχιών των Νέων χωρών, που είχε έδρα τη Θεσσαλονίκη, συγκροτουμένου υπό πέντε κατόπιν εκλογής μελών εξ αρχιερέων, τα οποία εγκρίνονταν από την προσωρινή εθνική κυβέρνηση και πρόεδρο τον έχοντα εκ των πέντε μελών τα πρεσβεία αρχιεροσύνης (πρώτη σύνθεση: πρόεδρος ο Θεσσαλονίκης Γεννάδιος και μέλη οι: Βεροίας Καλλίνικος, Μυτιλήνης Κύριλλος, Κασσανδρείας Ειρηναίος, Πέτρας Τίτος), ρυθμίζονταν ζητήματα διοικητικής φύσης, τάξης και ομαλής λειτουργίας της Εκκλησίας, αλλά και διασφαλιζόταν η εκκλησιαστική φροντίδα και μέριμνα για την καλλιέργεια και προαγωγή του πνευματικού επιπέδου των πιστών.

            Αν όμως ο ρόλος και η συμβολή του «Εκκλησιαστικού Αρχιερατικού Συμβουλίου» ήταν χρήσιμη για τη διοίκηση των εκκλησιαστικών επαρχιών των Νέων χωρών και τη διευθέτηση των ποικίλων ζητημάτων τους (μέχρι το 1920 που παρατάθηκε η λειτουργία του), η ισχύουσα στην ορθόδοξη Εκκλησία κανονική αρχή «τ`α [εκκλησιαστικά το~ις πολιτικο~ις συμμεταβάλλεσθαι ε{ιωθεν» αποτελούσε τη βάση ανακίνησης του ζητήματος της διοικητικής υπαγωγής των επαρχιών αυτών στην Εκκλησία της Ελλάδος. Βέβαια, θα πρέπει να σημειωθεί, το αίτημα αυτό της ελληνικής κυβέρνησης είχε γίνει αποδεκτό από τον οικουμενικό πατριάρχη Γερμανό Ε΄ (1915), εφόσον είχε συσταθεί και αρμόδια επιτροπή για τη σύνταξη της σχετικής πατριαρχικής και συνοδικής πράξης, πλην όμως ο α΄ παγκόσμιος πόλεμος και η προσωρινή κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης επέφεραν τη διακοπή της επικοινωνίας με την τουρκική κυβέρνηση και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, οπότε κατά συνέπεια και τη ματαίωση της ύπαρξης λύσης στο θέμα αυτό. Έτσι, μόλις το 1928 θα εκδοθεί η πατριαρχική και συνοδική πράξη επί πατριάρχου Βασιλείου Γ΄, που παραχωρούσε λόγω ανωτέρων αναγκών και «{αχρι καιρο~υ» τις επαρχίες των Νέων χωρών και της Θεσσαλονίκης στη διοικητική δικαιοδοσία της Εκκλησίας του ενιαίου Ελλαδικού χώρου.

            Εντωμεταξύ μεγάλη δοκιμασία αντιμετώπισε η Θεσσαλονίκη με τη μεγάλη πυρκαϊά (5/18 Αυγούστου 1917), αφού καταστράφηκε το μεγαλύτερο τμήμα της πόλης (70.000 άστεγοι, 9.500 οικίες, ιδρύματα, καταστήματα, σχολεία, τζαμιά, συναγωγές, ναοί) και ιδίως αφού κάηκε ο ναός του Αγίου Δημητρίου. Παρά ταύτα  η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης ενισχύει την πορεία της πνευματικής καλλιέργειας του κλήρου και του λαού, συστήνοντας με πρόταση του μητροπολίτη Γενναδίου τον «Ιερατικό Σύνδεσμο» (13 Ιουνίου 1918), με στόχο την ευρύτερη και βαθύτερη οργάνωση του λειτουργικού, κατηχητικού και ποιμαντικού έργου των κληρικών και των συνεργατών τους.  

            Προϊόντος όμως του χρόνου η λήξη του α΄ παγκοσμίου πολέμου (1918) βρίσκει τους Έλληνες αβοήθητους στο χώρο της Μ. Ασίας, αγωνιζόμενους να κρατηθούν στα παράλιά της (1919-1922) με κατάληξη αρνητική, την ισχύσασα ανταλλαγή των πληθυσμών και τη δημιουργία του προσφυγικού ζητήματος. Ο χώρος της Θεσσαλονίκης και πάλι αποβαίνει το κέντρο για την αντιμετώπιση των συνεπειών και της υποδοχής των χιλιάδων προσφύγων, προερχομένων εκτός από το χριστιανικό χώρο της Μ. Ασίας και της Ανατολικής Θράκης και από την περιοχή της Βουλγαρίας, εξαιτίας της ελληνοβουλγαρικής Σύμβασης του Νεϋγύ (27/11/1919). Η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης με την ηγεσία του μητροπολίτη Γενναδίου συνέβαλε καθοριστικά στην πνευματική και εθνική ανασυγκρότηση του αυτόχθονα και προσφυγικού πληθυσμού, στο έργο της φιλανθρωπίας και στην εκτέλεση μεγάλων έργων πολιτισμού, που προκαλούν το θαυμασμό. Η αύξηση του αστικού πληθυσμού, η τόνωση του εμπορίου, η ομαλοποίηση των σχέσεων με την Τουρκία, η ίδρυση του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1926) μπορούν ενδεικτικά να μαρτυρήσουν τη δυναμική αυτή πρόοδο. Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση τροποποιείται και ο εκκλησιαστικός χάρτης της μητροπόλεως Θεσσαλονίκης (1924), περιοριζομένης της γεωγραφικής της έκτασης, εφόσον οι επισκοπές: Κίτρους, Πολυανής, Καμπανίας, Αρδαμερίου, Ιερισσού και Αγίου Όρους προάγονται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο σε μητροπόλεις και ιδρύεται το ίδιο έτος η μητρόπολη Λαγκαδά, που καταργείται (1932) και επανιδρύεται (1966), ενώ η Καμπανίας συγχωνεύεται στις μητροπόλεις Θεσσαλονίκης και Βεροίας.

            Ενώ όμως ο Ελληνισμός βρίσκεται στην πορεία του ειρηνικού της ανασυγκρότησης  αγώνα, επέρχεται ο β΄ παγκόσμιος πόλεμος, η απόκρουση της φασιστικής Ιταλίας (28 Οκτωβρίου 1940), αλλά και η εισβολή της χιτλερικής Γερμανίας που ακολουθείται από τους Βούλγαρους στην Α. Μακεδονία, με όλες εκείνες τις καταστροφικές συνέπειες, την Κατοχή και τον εμφύλιο. Η Θεσσαλονίκη και πάλι γίνεται το άσυλο και το προπύργιο του βόρειου Ελληνισμού και η Εκκλησία με τις ενέργειες του μητροπολίτη αντιμετωπίζει ψύχραιμα και αποτελεσματικά το πρόβλημα του επισιτισμού του λαού, οργανώνοντας εστίες συσσιτίων (7.000 άνθρωποι την ημέρα έβρισκαν τροφή) αλλά και τονώνοντας το θρησκευτικό και εθνικό αίσθημα, απέναντι στην ξένη προπαγάνδα. Και σήμερα ακόμη πολλοί στη Θεσσαλονίκη αλλά και σε άλλες πόλεις της Μακεδονίας ενθυμούνται με συγκίνηση τη σωτηρία των ενδεών από την πείνα με τα συσσίτια της Εκκλησίας.

            Μετά τον μητροπολίτη Γεννάδιο μία σημαντική εκκλησιαστική φυσιογνωμία θα λαμπρύνει το θρόνο της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης, ο εξ Εδέσσης και Πέλλης μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου (1951-1968). Η πνευματική του κατάρτιση, η σύνεση, οι δημοκρατικές αντιλήψεις και τα ποικίλα χαρίσματα της προσωπικότητάς του θα αποτελέσουν βασικό παράγοντα ενός χωρίς αμφιβολία πολυσχιδούς έργου, που έχει αποτυπωθεί στις υπ’ αυτού ιδρυθείσες μονές (Αγίας Θεοδώρας, Χορτιάτη και Πανοράματος), στα ανεγερθέντα υπ’ αυτού κτιριακά συγκροτήματα, όπως το υπάρχον σήμερα μητροπολιτικό μέγαρο (αποπεράτωση: Ιούλιος 1966) και τα άλλα εκκλησιαστικά και κοινωφελή ιδρύματα, ενός ενδιαφέροντος έργου που έχει καταγραφεί στις σελίδες της εκκλησιαστικής ιστορίας για τις πρωτοβουλίες και ενέργειές του στη διοργάνωση εορτών και συνεδρίων διεθνούς εμβέλειας (ενδεικτική αναφορά: 1900ή επέτειος του κηρύγματος του αποστόλου Παύλου στη Θεσσαλονίκη 1951, 600ή επέτειος από την κοίμηση του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά 1959, 1100ή επέτειος από την κοίμηση του αγίου Κυρίλλου 1966), μιας προσφοράς που προπάντων έχει χαραχθεί βαθειά στη μνήμη των Θεσσαλονικέων ως το έργο του άξιου ποιμενάρχη και του πατρικού συμπαραστάτη του λαού. Όμως η δικτατορική κυβέρνηση της 21ης Απριλίου 1967 με αστήρικτες συκοφαντίες καταδίκασε σε έκπτωση το συνετό ποιμενάρχη, που αποκαταστάθηκε βέβαια μετά την πτώση της δικτατορίας, πλην όμως δεν επαναφέρθηκε στην κανονική του θέση, αλλά αναπαύθηκε εν Κυρίω σε μεγάλη ηλικία μακριά από την αγαπημένη του Εκκλησία της Θεσσαλονίκης. Διάδοχός του (1968) έγινε ο αρχιμανδρίτης Λεωνίδας Παρασκευόπουλος, που είχε υπηρετήσει ως ιεροκήρυκας πολλά χρόνια στην πόλη. Μετά την πτώση της δικτατορίας και αυτός κηρύχτηκε έκπτωτος και τον διαδέχθηκε (1974) ο από Σάμου και Ικαρίας Παντελεήμων Β΄ ο Χρυσοφάκης.

            Οι αυξημένες ποιμαντικές ανάγκες στην περιοχή της μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, μέσα και στο πλαίσιο μιας γενικότερης εκκλησιαστικής αντιμετώπισης των κινδύνων, ιδίως του χιλιασμού και άλλων προπαγανδών, οδηγούν στην εκκλησιαστική απόφαση περιορισμού των ορίων της πολυπληθούς μητροπόλεως. Έτσι, αποσπώνται τα δύο προς Ανατολάς και Δυσμάς αντίστοιχα τμήματα και ιδρύονται δύο νέες μητροπόλεις: Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως, Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς (Ν. 411/1974).  

            Επί της αρχιερατείας του Παντελεήμονα (Χρυσοφάκη) καταγράφονται ιδιαίτερα η επίτευξη της  επαναφοράς στη Θεσσαλονίκη από το San Lorenzo in Campo των λειψάνων του αγίου Δημητρίου (1979), οι ενέργειες για ένταξη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο αγιολόγιο της ορθόδοξης Εκκλησίας Θεσσαλονικέων αγίων, όπως του Συμεών αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης και του Νικολάου Καβάσιλα (Χαμαετού), η οργάνωση πολλών σεμιναρίων, ομιλιών και επιστημονικών συνεδρίων, όπως για τους δύο αυτούς αγίους, για το Φιλόθεο Κόκκινο, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, για τον άγιο Γρηγόριο Παλαμά, για τους αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο με την ευκαιρία των 1100 χρόνων από την κοίμηση του αγίου Μεθοδίου και των 2300 χρόνων από την ίδρυση της Θεσσαλονίκης, αλλά και η ανοικοδόμηση του ναού στη μνήμη των Θεσσαλονικέων αδελφών αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, φωτιστών των Σλάβων (Μάιος 1985).             Η μητρόπολη Θεσσαλονίκης σήμερα, ως εκκλησιαστική επαρχία των Νέων χωρών με πνευματική εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και διοικητική σχέση με την Εκκλησία της Ελλάδος (βάσει της πατριαρχικής Πράξης του 1928) και διαρθρωμένη σε 45 περίπου ενορίες, συνεχίζει την ιστορική εκκλησιαστική της πορεία, μέσα στο πλαίσιο των σύγχρονων συνθηκών και της προοπτικής που διαγράφεται ιδίως σ’ ολόκληρο το χώρο της χερσονήσου του Αίμου αλλά και  των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο νυν μητροπολίτης, ο από Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος Ρούσας (18/6/2004 κ.ε.) με τον ιερό κλήρο (125 περίπου εφημέριοι), τους συνεργάτες και το λαό, έχοντας στους ώμους την εξέχουσα ιστορική και πνευματική κληρονομιά της τοπικής αυτής Εκκλησίας, όπως εντελώς συνοπτικά σκιαγραφήθηκε στην παρούσα μελέτη, αναπτύσσουν το πολυδιάστατο λειτουργικό, ποιμαντικό, κατηχητικό και διοικητικό εκκλησιαστικό έργο, κάτω από τις ανάγκες και τα αιτήματα που δημιουργούν οι σύγχρονες συνθήκες ζωής αλλά και προπάντων μέσα από τα βήματα της ζωής που απορρέουν από τις αλήθειες της ορθόδοξης παράδοσης. Η καθαρά πνευματική πλευρά του εκκλησιαστικού έργου, η οποία δίδει εσωτερική ζωντάνια στην Εκκλησία ως σώμα Χριστού, μπορεί βέβαια να διαφανεί ή να καταγραφεί και σ’ όλα εκείνα τα ιστορικά στοιχεία που μαρτυρούν και αποδεικνύουν τη συνέχιση της εκκλησιαστικής προσφοράς. Έτσι, το ανακαινιστικό έργο ναών, μονών ιδρυμάτων ή κτιριακών συγκροτημάτων (όπως η ανακαίνιση του επισκοπείου και των γραφείων της μητροπόλεως), η οργανωμένη προβολή και μελέτη του εκκλησιαστικού πολιτισμού (όπως η λειτουργία του Εκκλησιαστικού Μουσείου Θεσσαλονίκης 27/10/2006), η λειτουργία 14 και πλέον σισσιτίων για τις καθημερινές ανάγκες των πτωχών, ενδεών ή διερχομένων, η παρεχόμενη φιλοξενία κληρικών από εκκλησιαστικές επαρχίες Πατριαρχείων και άλλων χωρών, η αναδιοργάνωση οικοτροφείων (Αγίου Αντωνίου) και φοιτητικών ξενώνων («Παναγία η Δεξιά»), καθώς και η ίδρυση και οι σχετικές ενέργειες για ανέγερση ιδρύματος χρονίως πασχόντων στην περιοχή του Δήμου Πανοράματος, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία του σημαντικού έργου και της προσφοράς της μητροπόλεως ιδιαίτερα στο βορειοελλαδικό χώρο.

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Αγγελόπουλου Α., «Το εκκλησιαστικόν καθεστώς των μητροπόλεων της Βορείου Μακεδονίας από του 1913 μέχρι σήμερον», Μακεδονικά 15, (ανάτυπο), Θεσσαλονίκη 1975, σ.28-44 ∙ Του ίδιου, «Το Ιστορικόν Αρχείον της μητροπόλεως Θεσσαλονίκης», Μακεδονικά 15 (1975), σ. 361-365 ∙ Του ίδιου Η επισκοπική σύνοδος της μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, Αθήναι 1977 ∙ Του ίδιου, Η Εκκλησία των Νέων Χωρών από της απελευθερώσεώς των μέχρι του 1928, Θεσσαλονίκη 1980 ∙ Του ίδιου, Η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2005 ∙ Αγίου Δημητρίου θαύματα, οι συλλογές αρχιεπισκόπου Ιωάννου και Ανωνύμου – Ο βίος, τα θαύματα και η Θεσσαλονίκη του Αγίου Δημητρίου, Θεσσαλονίκη 1997 ∙ Αδαμαντίου Αδ., Η βυζαντινή Θεσσαλονίκη, εν Αθήναις 1914 ∙ Βαβούσκου Κ., Η νομοκανονική υπόστασις των μητροπόλεων των Νέων Χωρών, Θεσσαλονίκη 1972 ∙ Του ίδιου, «Έγγραφα στοιχεία σχετικά προς την νομοκανονικήν υπόστασιν των μητροπόλεων των Νέων Χωρών», ΕΕΣΝΟΕΠΘ, τ. ΙΖ΄, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 83-101 ∙ Βακαλόπουλου Απ., Ιστορία της Θεσσαλονίκης 316-1983, Θεσσαλονίκη 1983 ∙ Του ίδιου, Ιστορία της Μακεδονίας 1354-1833, Θεσσαλονίκη 1992 ∙ Του ίδιου, «Συμβολή στην ιστορία της Θεσσαλονίκης επί Βενετοκρατίας», Τόμος Κωνσταντίνου Αρμενοπούλου, Θεσσαλονίκη 1952, σ. 137-141 ∙ Του ίδιου, «Οι δημοσιευμένες ομιλίες του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ισιδώρου ως ιστορική πηγή για την γνώση της πρώτης τουρκοκρατίας (1387-1402)», Μακεδονικά 4(1955-60), σ. 20-34 ∙ Βακαλόπουλου Κ., «Χριστιανικές συνοικίες, συντεχνίες και επαγγέλματα της Θεσσαλονίκης στα μέσα του 19ου αιώνα», Μακεδονικά, 18 (1978), 103-142 ∙ Βασραβέλλη Ι., Η Θεσσαλονίκη κατά τον αγώνα της ανεξαρτησίας, Θεσσασλονίκη 1946Του ίδιου, Ιστορικά αρχεία Μακεδονίας, Α΄Αρχείον Θεσσαλονίκης 1695-1912, Θεσσαλονίκη 1952, Γ΄ Αρχείον μονής Βλατάδων 1446-1839, Θεσσαλονίκη 1955, Ο λιμός της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1959 ∙ Γερμανού Καραβαγγέλη, Ο Μακεδονικός Αγών. Απομνημονεύματα. Αρχείον Μακεδονικού Αγώνος Πηνελόπης Δέλτα, επιμ. Β. Λαούρδα, ΙΜΧΑ, 25, Θεσσαλονίκη 1959 ∙Γερομιχαλού Α., Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος τ. Α΄, Θεσσαλονίκη 1973 ∙ Του ίδιου, «Η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης κατά τον τέταρτον αιώνα», Γρηγόριος ο Παλαμάς, (ανάτυπο), Θεσσαλονίκη 1961 ∙ Του ίδιου, Εθνομάρτυρες ιεράρχαι του μακεδονικού Αγώνος, Θεσσαλονίκη 1975 ∙ Γιαγκιόζη Φαιδ., Ο Παναγιότατος, Θεσσαλονίκη 2005 ∙ Γλαβίνα Απ., Το μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας (= ΕΕΘΣΠΘ, Παράρτ. Αρ. 33 του 26ου τόμ. 1981), Θεσσαλονίκη 1983 ∙ Του ίδιου, «Θεωνάς Α΄ ο από ηγουμένων μητροπολίτης Θεσσαλονίκης», Μακεδονικά 12 (1972), σ. 270-282 ∙ Του ίδιου, Η ιερατική Σχολή Αγίας Αναστασίας της Φαρμοκολυτρίας (1918-1971), Θεσσαλονίκη 1991 ∙ Του ίδιου, «Θεωνάς Β΄ ο από Παροναξίας μητροπολίτης Θεσσαλονίκης», Γρηγόριος ο Παλαμάς 56 (1973), σ. 233-248 ∙ Του ίδιου, «Μητροπολίται τινές Θεσσαλονίκης κατά τον ΙΣΤ΄αιώνα», ΕΕΘΣΠΘ 10 (1975), σ. 284-329 ∙ Γουγούση Χ.Γ., «Αι περί καταλήψεως της Θεσσαλονίκης υπό των Τούρκων παραδόσεις», Μακεδονικόν Ημερολόγιον, Αθήναι 2 (1909), σ. 103-107 ∙Dennis G.I., «The Reign of Manuel II Palaeologus in Thessalonica, 1382-1387», Orientalia Christiana Analecta 159, Rome 1960 ∙ Δημητριάδη Β., Τοπογραφία της Θεσσαλονίκης κατά την εποχή της τουρκοκτρατίας, Θεσσαλονίκη 1983 ∙ Ευσρατιάδη Σοφρ., «Κατάλογος των εν τη Μονή Βλατάδων αποκειμένων κωδίκων», Γρηγόριος ο Παλαμάς 2 (1918), σ. 97-107, 224-237, 274-283, 326-330, 386-404 … έως 708-717 και 3 (1919), σ. 29-45, 74-91, 137-150 ∙ Ζακυθηνού Δ., «Θεσσαλονίκη, αι βυζαντιναί Αθήναι του Βορρά», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, 1985, τ.60, τεύχ. 2, σ.574-575 ∙ Ζαχαρόπουλου Ν., Γρηγόριος Ε΄ Σαφής έκφρασις της εκκλησιαστικής πολιτικής επί τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1974Του ίδιου, Η παιδεία στην τουρκοκρατία, Θεσσαλονίκη 1983 ∙ Του ίδιου, Η πνευματική κίνηση του ΙΗ΄ αιώνα στον ελληνικό χώρο μέσα από τη χειρόγραφη παράδοση. Έκδοση ανέκδοτων λυτών χειρογράφων, Θεσσαλονίκη 1984 ∙ Ζιάκα Γρ., «Πνευματικός βίος και πολιτισμός της Θεσσαλονίκης κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας», ανάτυπο, Δ.Θ. Κ.Ι.Θ. 15, σ.91-165, Θεσσαλονίκη 1994 ∙ Η Θεσσαλονίκη, Δ.Θ. Κ.Ι.Θ., 1, Θεσσαλονίκη 1985 ∙ Η Θεσσαλονίκη και ο Ευρύτερος Χώρος, Πρακτικά Πανελληνίου Συνεδρίου, Ε.Μ.Σ., Θεσσαλονίκη 2005 ∙ Θεοχάρη Μ.Σ., «Ψηφιδωτή εικών του Αγίου Δημητρίου και η ανεύρεσις των λειψάνων του αγίου εις Ιταλίαν, Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών 53 (1978), σ. 508-536 ∙ Θεοχαρίδου Γ.Ι., «Οι ιδρυταί της εν Θεσσαλονίκη μονής των Βλατάδων», Τιμητικός τόμος εις Άγιον Γρηγόριον Παλαμάν 1359-1959, Θεσσαλονίκη 1959, σ. 49-70 ∙ Του ίδιου, Ιστορία της Μακεδονίας κατά τους Μέσους χρόνους 285-1354, Θεσσαλονίκη 1980 ∙ Του ίδιου, «Ο Ματθαίος Βλάσταρις και η Μονή του κυρ-Ισαάκ εν Θεσσαλονίκη», Byzantion 40 (1970), σ. 437-459 ∙ Του ίδιου, «Σίρμιον ή Θεσσαλονίκη (Επανεξέτασις μιας κριτικής εξετάσεως της περί του Αγίου Δημητρίου παραδόσεως), Μακεδονικά 16 (1976), σ. 269-308 ∙ Του ίδιου, «Μία εξαφανισθείσα μεγάλη μονή της Θεσσαλονίκης. Η μονή του Προδρόμου», Μακεδονικά 18 (1978), σ. 1-26 ∙ Του ίδιου, «Μία εξαφανισθείσα σημαντική μονή της Θεσσαλονίκης. Η μονή Φιλοκάλλη», Μακεδονικά 21 (1981), σ. 319-348 ∙ Θεσσαλονίκη 1912-1962, Συλλογικός τόμος για τα 50 χρόνια από την απελευθέρωσή της, Θεσσαλονίκη 1962 ∙ Θεσσαλονίκη. 2300 χρόνια, Θεσσαλονίκη 1985 ∙ Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτη, μητρ. Θεσσαλιώτιδος, «Η επανάστασις του 1878 και ο επίσκοπος Κίτρους Νικόλαος», Θεολογία Θ΄(1931), σ. 249-255, Ι΄(1932), σ. 140-142, ΙΑ΄(1933), σ. 276 ∙ Καραθανάση Α., Θεσσαλονίκη και Μακεδονία 1800-1825. Μία εικοσιπενταετία εν μέσω θυέλλης. Θεσσαλονίκη, 1996 ∙ Του ίδιου, Θεσσαλονίκεια και Μακεδονικά. Πόλεις και πρόσωπα της Μακεδονίας (14ος -20ος αιώνας), τ. Β΄, Θεσσαλονίκη, 2006 ∙ Του ίδιου., Ιωακείμ Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Η επίσημος αλληλογραφία 1874 – 1876, Θεσσαλονίκη 2002 ∙ Καραθανάση Α. – Τριανταφυλλίδη Γ. αρχιμ., Η επισκοπική σύνοδος της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης (19ος-20ος αι.), Θεσσαλονίκη 1994 ∙ Κίσσα Σ., «Η μονή της Μικρής Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη», Θεσσαλονίκη, 1, Δ.Θ. Κ.Ι.Θ., Θεσσαλονίκη, 1985, σ. 325-340 ∙ Κονιδάρη Γερ., Η Ελληνική Εκκλησία ως πολιτιστική δύναμις εν τη ιστορία της χερσονήσου του Αίμου, Αθήναι 1948 ∙ Του ίδιου, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος από της ιδρύσεως αυτής υπό του αποστόλου Παύλου μέχρι σήμερον, τ. Α΄, Β΄, Αθήνα 2011 ∙ Κυριακίδου Στιλπ., Θεσσαλονίκια μελετήματα, Θεσσαλονίκη 1939 ∙ Κωτσιόπουλου Κ., Το κίνημα των Ζηλωτών στην Θεσσαλονίκη (1342-1349): Θεολογική και Κοινωνιολογική διερεύνηση, Θεσσαλονίκη 1997 ∙ Λαούρδα Β., Ισιδώρου Θεσσαλονίκης ομιλίαι εις τας εορτάς του αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1954 ∙ Του ίδιου, Η κλασική φιλολογία εις την Θεσσαλονίκην κατά τον δέκατον τέταρτον αιώνα, Θεσσαλονίκη 1960 ∙ Του ίδιου, «Ο συμβουλευτικός προς Θεσσαλονικείς του Μανουήλ Παλαιολόγου», Μακεδονικά 3 (1953-55), σ. 295-302 ∙ Του ίδιου, «Βυζαντινά και μεταβυζαντινά εγκώμια εις τον Άγιον Δημήτριον», Μακεδονικά 4 (1955-1960), σ. 47-160 ∙ Λέτσα Α., Ο Αιμιλιανός Γρεβενών και το Νεοτουρκικόν κομιτάτον, ΙΜΧΑ, 72, Θεσσαλονίκη 1964 ∙ Του ίδιου, Ιστορία της Θεσσαλονίκης, τ. 1, 1961, τ. 2 1963, Θεσσαλονίκη ∙ Λυριτζή Γ., Ο όσιος Νικάνωρ και το Μοναστήρι του, Κοζάνη 1962 ∙ Μακεδονία, Συλλογικός τόμος Εκδοτικής Αθηνών, 1982 ∙ Μακεδονία – Θεσσαλονίκη, Αφιέρωμα τεσσαροκονταετηρίδος, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1980 ∙ Μαμαλάκη Ι., «Η επανάσταση στη Χαλκιδική το 1821»,  Χρονικά Χαλκιδικής 1 (1961), σ. 41 κ.ε. ∙ Meyendorff, St. Gregory Palamas and Orthodox Spirituality, 1974, St Vladimir’s Seminary Press ∙ Μεταλληνού Γ., πρωτοπρ., Ησυχαστές και Ζηλωτές – Πνευματική ακμή και κοινωνική κρίση στον Βυζαντινό 14ο αιώνα, Αθήνα 1995 ∙ Μοσκώφ Κ., Εισαγωγή στην ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης, Θεσσαλονίκη 1979 ∙ Του ίδιου, Θεσσαλονίκη 1700-1912. Τομή της μεταπρατικής πόλης, Αθήνα 1974 ∙ Moσχόπουλου Νικηφ., «Η Ελλάς κατά τον Εβλιά Τσελεμπή ∙ μια τουρκική περιγραφή της Ελλάδος κατά τον ΙΖ΄αιώνα», ΕΕΒΣ 14 (1938), σ. 486-514, 15 (1939), σ. 145-181, 16 (1940), σ. 321-363 ∙ Μπούρα Χαρ. «Το επιτύμβιο του Λουκά Σπαντούνη στη βασιλική του Αγ. Δημητρίου Θεσσαλονίκης», ΕΕΠΣΠΘ 6 (1973), σ. 3-63 ∙ Μυστακίδου Β.Α., «Διάφορα περί Θεσσαλονίκης σημειώματα. Η μονή των Βλαταίων και τα εν αυτή έγγραφα, μητροπολίται Θεσσαλονίκης, επισκοπαί κ.λ.π.», ΕΦΣΚ 27 (1900), σ. 369-388 ∙ Nehama Jos., Histoire des Israelites de Salonique, , 1-4, Paris 1935-36, 5, Thessaloniki 1959, 6-7, Thessalonique 1978 ∙ Παπαδόπουλου Αντ., Θεσσαλονικείς συνεργάται του Αποστόλου Παύλου, Θεσσαλονίκη ∙ Παπαδόπουλου Γ., Η σύγχρονος ιεραρχία της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, Αθήναι 1895 ∙ Παπαδόπουλου Στ. Ι., Εκπαιδευτική και κοινωνική δραστηριότητα του ελληνισμού της Μακεδονίας κατά τον τελευταίο αιώνα της τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1970 ∙ Παπαδριανού Ι., «Η άλωση της Θεσσαλονίκης στα 1430 και ο Σέρβος δεσπότης Γεώργιος Μπράνκοβιτς», Μακεδονικά 8 (1968), σ. 401-405 ∙ Παπάζογλου Α.Ν., «Η Θεσσαλονίκη κατά τον Μάϊο του 1821», Μακεδονικά  1 (1940), σ. 417-428 ∙ Παπαστάθη Χ., Κανονισμός των ορθοδόξων ελληνικών κοινοτήτων του οθωμανικού κράτους και της διασποράς, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη 1984 ∙ Του ίδιου, «Εκκλησιαστική οργάνωση – κοινοτική αυτοδιοίκηση [της Μακεδονίας]», Μακεδονία. 4000 Χρόνια Ελληνικής Ιστορίας και Πολιτισμού, Αθήνα 1982, σ. 490-493 ∙ Του ίδιου, «Ο κοινοτισμός στην Μακεδονία υπό το καθεστώς των “Εθνικών Κανονισμών”, Η διαχρονική πορεία του κοινοτισμού στη Μακεδονία», Θεσσαλονίκη 1991 ∙ Του ίδιου, «Τα πρώτα ελληνικά τυπογραφεία της Θεσσαλονίκης» Μακεδονικά 8 (1968), σ. 239-256 ∙ Του ίδιου, Θεσσαλονίκεια και Μακεδονικά Ανάλεκτα, Θεσσαλονίκη 1999 ∙ Παρανίκα Μ., Σχεδίασμα περί της εν τω ελληνικώ έθνει καταστάσεως των γραμμάτων από της αλώσεως Κωνσταντινουπόλεως (1453 μ.Χ.) μέχρι των αρχών της ενεστώσης (ΙΘ΄) εκατονταετηρίδος, Κωνσταντινούπολις 1867 ∙ Πελεκίδη Σ., Από την πολιτεία και την κοινωνία της αρχαίας Θεσσαλονίκης. Επιγραφική μελέτη, Θεσσαλονίκη 1934 ∙  Πουλάκη Παρθ. αρχιμ., «Ιωάννης ο Παπάφης και τα έργα αυτού», Γρηγόριος ο Παλαμάς 2, 1918 ∙ Saias J., La Grece et les Israelites de Salonique, Paris 1919 ∙ Σιγάλα Αντ., «Νικήτα αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης εις τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου», ΕΕΒΣ 12 (1936), σ. 317-360 ∙Σοφιανού Δ. Ζ., «Ο νεομάρτυς Μιχαήλ εξ Αγράφων (+ 1544 Θεσσαλονίκη) και ο συντάκτης του βίου του», Byzantinisch – Neugriechische Jahrbucher, t. 21 (1971-72), Athen 1973, σ. 233-247 ∙ Στογιόγλου Γ., Η εν Θεσσαλονίκη Πατριαρχική μονή των Βλατάδων, Θεσσαλονίκη 1971 ∙ Στυλιάδη Χ.Ι., Μακεδονική Ιστοριογραφία. Δοκίμιο αρχαίας – βυζαντινής – νεωτέρων χρόνων, Θεσσαλονίκη χ.χ. ∙ Ταγαράκη Ι.Α., Το φιλανθρωπικό έργο στην ελληνική ορθόδοξη κοινότητα Θεσσαλονίκης (1840-1928), Θεσσαλονίκη 1994 ∙Tafrali O., Thessalonique au XIXe siècle, Paris 1913 ∙ Τάττη Κ., «Ιστορικές σελίδες της Θεσσαλονίκης», Μακεδονικόν Ημερολόγιον, Θεσσαλονίκη 1915 ∙ Ταχιάου Αντ.-Αιμ., «Περί καταργήσεως των αρχιεπισκοπών Αχρίδος και Πεκίου επί Γενναδίου του Σχολαρίου», Γρηγόριος ο Παλαμάς 46 (1963), σ. 202-211 ∙ Του ίδιου, «Η πνευματική κληρονομιά του Κυρίλλου και Μεθοδίου στους Σλάβους», Μακεδονία – Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 165-190 ∙ Του ίδιου, Κύριλλος και Μεθόδιος. Οι αρχαιότερες βιογραφίες των Θεσσαλονικέων εκπολιτιστών των Σλάβων, Θεσσαλονίκη 2008 ∙ Τσάρα Ι., «Η Θεσσαλονίκη από τους Βυζαντινούς στους Βενετσιάνους (1423-1430), Μακεδονικά 17 (1977), σ. 85-123 ∙ Τσάρα Γ., Διήγησις περί της τελευταίας αλώσεως της Θεσσαλονίκης. Μονωδία επί τη αλώσει της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1958 ∙ Τσιρπανλή Κ., «Συμβολή εις την ιστορίαν της Θεσσαλονίκης. Δύο ανέκδοτοι ομιλίαι Ισιδώρου αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης , Θεολογία, ανάτυπο, 1971Τσούρκα-Παπαστάθη Δέσπ., «Ανέκδοτα δικαιοπρακτικά έγγραφα περί βακουφικών αστικών ακινήτων της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης (1829-1906)», Αφιέρωμα εις τον Κωνσταντίνον Βαβούσκον, τ. Α΄, Θεσσαλονίκη 1989, σ. 445-463 ∙  Χασιώτη Ι., «Σταθμοί και κύρια χαρακτηριστικά της ιστορίας της Θεσσαλονίκης», Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1985, σ. 144 ∙ Χρήστου Π., Ο Γρηγόριος Παλαμάς και η θεολογία εις την Θεσσαλονίκην κατά τον δέκατον τέταρτον αιώνα, Θεσσαλονίκη 1959 ∙ Χριστιανική Θεσσαλονίκη. Η Ιερά Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Βλατάδων, Θεσσαλονίκη 2005 ∙ Χριστιανική Θεσσαλονίκη. Πόλις συναντήσεως Ανατολής και Δύσεως, Θεσσαλονίκη 2006 ∙ Χριστιανική Θεσσαλονίκη. Ιστορία, λατρεία και τέχνη του Ιερού Ναού της του Θεού Σοφίας, Θεσσαλονίκη 2007 ∙ Χριστιανική Θεσσαλονίκη. Από τη Β΄στην Γ΄ χιλιετία, Θεσσαλονίκη 2008 ∙ Χριστιανική Θεσσαλονίκη. Άγιοι της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2009 ∙ Χριστοδούλου Χρ., Μουσταφά Κεμάλ: Ο βίος και η πολιτεία του στη Θεσσαλονίκη, 2007 ∙ Χρυσοστόμου Καλαφάτη μητρ. Δράμας, Εκθέσεις περί του Μακεδονικού Αγώνος 1903-1907, επιμ. Β. Λαούρδα, ΙΜΧΑ, 38, Θεσσαλονίκη 1960 ∙ Χρυσόστομου Παπαδόπουλου, αρχιεπ. Αθηνών, Η Εκκλησία της Ελλάδος. Απ’ αρχής μέχρι του 1934, Αθήνα 2000.

Αποστολική Διαδοχή Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Skip to content