Written by
dimos
Του Αρχιμ. Δημητρίου Τζιαφά, Ιεροκήρυκος της Ι.Μ.Θ.
«ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου» (Λουκ. 15,18)
Αδελφοί μου ευλογημένοι,
η δεύτερη Κυριακή της κατανυκτικής περιόδου του Τριωδίου τοποθετεί ενώπιόν μας μία από τις βαθύτερες και πλέον αποκαλυπτικές παραβολές του Ευαγγελίου, την παραβολή του Ασώτου Υιού, η οποία δικαίως ονομάζεται και παραβολή του Σπλαχνικού Πατέρα. Η Εκκλησία μας, με παιδαγωγική σοφία, μας εισάγει σταδιακά στο πνεύμα της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Αν την προηγούμενη Κυριακή μας δίδαξε ότι η ταπείνωση είναι η απαραίτητη προϋπόθεση της σωτηρίας, σήμερα μας οδηγεί στο επόμενο καθοριστικό βήμα, τη μετάνοια. Διότι χωρίς ταπείνωση η μετάνοια παραμένει επιφανειακή και χωρίς μετάνοια ο άνθρωπος δεν επιστρέφει στη ζωή.
Η παραβολή αρχίζει με μια τραγική απαίτηση. Ο νεότερος υιός ζητά από τον πατέρα του το μερίδιο της περιουσίας που του αναλογεί και αποχωρίζεται από την πατρική οικία. Δεν πρόκειται απλώς για μια οικονομική αξίωση· είναι υπαρξιακή ρήξη. Ο υιός επιθυμεί τα αγαθά του πατέρα χωρίς τον πατέρα, την ελευθερία χωρίς τη σχέση, τη ζωή χωρίς την πηγή της. Έτσι εγκαινιάζεται η «μακρινή χώρα», όχι ως γεωγραφικός τόπος, αλλά ως κατάσταση αποξένωσης, εσωτερικής ερημίας και πνευματικής πτώχευσης. Εκεί, όπου η ελευθερία αποκόπτεται από την αγάπη, μετατρέπεται σε δουλεία· και η αυτάρκεια, χωρίς κοινωνία, καταλήγει σε πείνα.
Η εικόνα του ασώτου που καταλήγει να βόσκει χοίρους φανερώνει την πλήρη αλλοίωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ο άνθρωπος που αποκόπτεται από τον Πατέρα χάνει σταδιακά και τη μνήμη του εαυτού του. Όμως, ακόμη και μέσα στο βάθος της πτώσης, παραμένει ένα ίχνος φωτός, η μνήμη της πατρικής οικίας. Το Ευαγγέλιο σημειώνει ότι ο άσωτος «ἦλθεν εἰς ἑαυτόν»· ξαναβρήκε τον εαυτό του, και τότε γεννήθηκε μέσα του όχι απλώς μια σκέψη, αλλά μια γενναία απόφαση ζωής, «ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου» (Λουκ. 15,18). Η μετάνοια, λοιπόν, δεν είναι απλώς συναισθηματική λύπη· είναι ανάσταση της βούλησης, επιστροφή της ύπαρξης στον αληθινό της προορισμό.
Η υμνολογία της Εκκλησίας αποδίδει με θαυμαστή ακρίβεια αυτή την κραυγή της ψυχής. Στον Κανόνα της Κυριακής του Ασώτου ψάλλεται: «Τῆς ἀσωτίας ἀνοίξας ἄβυσσον, ἐγὼ ταλαιπωρῶς κατέφθειρα τὸν πλοῦτον ὃν ἔλαβον· ἀλλ’ ἐπιστρέφω σοι, Πάτερ εὔσπλαγχνε». Η Εκκλησία δεν εξωραΐζει την πτώση, αλλά δεν επιτρέπει ούτε την απελπισία· διότι η μετάνοια είναι πάντοτε εφικτή, όσο υπάρχει δρόμος προς τον Πατέρα.
Το κέντρο, όμως, της παραβολής δεν είναι τελικά ο άσωτος υιός, αλλά ο Πατέρας, ο φιλέσπαχνος Πατέρας, ο οποίος «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. 2,4).
Πριν ακόμη φτάσει ο υιός, ο Πατέρας τον βλέπει «μακρόθεν» και τρέχει προς αυτόν· «καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν» (Λουκ. 15,20). Η σωτηρία δεν αρχίζει από την ανθρώπινη τελειότητα, αλλά από τη θεία πρωτοβουλία. Ο Θεός δεν περιμένει να αποδείξουμε την αξία μας· μας προσλαμβάνει μέσα στην αδυναμία μας για να μας ανακαινίσει. Η αγάπη Του προηγείται, αναζητεί και υποδέχεται τον άνθρωπο, όπως μαρτυρεί ο λόγος του Κυρίου· «τὸν ἐρχόμενον πρὸς με οὐ μὴ ἐκβάλω ἔξω» (Ιω. 6,37), αφού «ἦλθεν γὰρ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός» (Λουκ. 19,10).
Η Εκκλησία γνωρίζει καλά ότι η επιστροφή αυτή δεν θεμελιώνεται στην ανθρώπινη αρετή, αλλά στη συντετριμμένη καρδιά που ανοίγεται στη χάρη. Όπως διδάσκει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, σε λόγο του περί μετανοίας:
«οὐ γὰρ ἡ ἀρετὴ τὸν Θεὸν ἐλκύει πρὸς τὸν ἄνθρωπον, ἀλλ’ ἡ μετάνοια τὴν χάριν ἐπισπάται» (PG 151). Η χάρη δεν ανταμείβει την αυτάρκεια αλλά αναμένει την επιστροφή και μεταμορφώνει τον άνθρωπο από τα βάθη της αδυναμίας του.
Η εξομολόγηση του ασώτου ξεκινά με τη λέξη «πατέρα». Πριν από κάθε απολογία προηγείται η αποκατάσταση της σχέσης. Η αμαρτία αναγνωρίζεται ως τραυματισμός της υιοθεσίας: «ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου» (Λουκ. 15,18). Και ο Πατέρας δεν περιορίζεται σε μια τυπική συγχώρηση αλλά αποκαθιστά πλήρως τον υιό, του προσφέρει στολή, δακτυλίδι και τράπεζα χαράς. Η μετάνοια δεν οδηγεί σε καθεστώς μισθωτού, αλλά σε αποκατάσταση της υιοθεσίας. Αυτό διακηρύσσει και η υμνολογία της Εκκλησία μας: «Τὴν στολὴν τὴν πρώτην ἀπολαβών, καὶ δακτύλιον ἐπιλαβών, τῆς πάλαι εὐγενείας ἀνεκαινίσθην» (Κανών της Κυριακής του Ασώτου, Ωδή Γ΄)
Σε αυτό το σημείο φωτίζεται και η πατερική θεολογία της θεραπείας. Η σωτηρία δεν είναι απλή ηθική διόρθωση, αλλά ανακαίνιση της ανθρώπινης φύσης. Όπως διατυπώνει με δογματική ακρίβεια ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον, ἀθεράπευτον» (PG 37, 181).
Γι’ αυτό και ο Χριστός εισέρχεται στη «μακρινή χώρα» της ανθρώπινης πτώσης για να ανοίξει τον δρόμο της επιστροφής.
Η παραβολή ολοκληρώνεται με την παρουσία του πρεσβύτερου υιού, ο οποίος, ενώ μένει εντός της οικίας, αδυνατεί να συμμετάσχει στη χαρά της σωτηρίας του αδελφού του. Εδώ αποκαλύπτεται μια άλλη μορφή αποξένωσης, η αυτάρκεια της αυτοδικαίωσης, η παραμονή «στο σπίτι» χωρίς καρδιά πατέρα. Το Τριώδιο μάς καλεί να θεραπευθούμε και από αυτή την πλάνη, διότι το μέτρο της αληθινής πνευματικής ζωής είναι η χαρά για την ανάσταση του άλλου: «εὐφρανθῆναι καὶ χαρῆναι ἔδει» (Λουκ. 15,32).
Αδελφοί μου,
η Κυριακή του Ασώτου είναι πρόσκληση επιστροφής, ελπίδας και αναστάσεως. Ο Πατέρας παραμένει πάντοτε με ανοιχτή αγκαλιά, αλλά η πορεία της σωτηρίας προϋποθέτει τη δική μας απόφαση, να σηκωθούμε, να επιστρέψουμε, να πούμε το «ἱλάσθητι» του τελώνου, το «ἥμαρτον» του ασώτου, το «μνήσθητι» του ληστού. Ας αφήσουμε, λοιπόν, χώρο στη ζωή μας για τη μετάνοια που ανασταίνει και ας πορευθούμε στο στάδιο του Τριωδίου όχι ως τυπική υποχρέωση, αλλά ως δρόμο θεραπείας και ανακαίνισης, ώστε να αξιωθούμε να ζήσουμε το Πάσχα ως πραγματική διάβαση από τη μακρινή χώρα στην πατρική οικία.
Αμήν.

