Written by
dimos
Του Αρχιμ. Δημητρίου Τζιαφά, Ιεροκήρυκος της Ι.Μ.Θ.
«ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25,40)
Ἀδελφοί μου ευλογημένοι,
Η Κυριακή της Απόκρεω κατέχει ξεχωριστή θέση στη λειτουργική πορεία της Εκκλησίας μας, καθώς θέτει ενώπιόν μας το μέγα και φοβερό μυστήριο της Μελλούσης Κρίσεως. Λίγο πριν από την είσοδό μας στο στάδιο των αρετών της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία δεν μας παρουσιάζει έναν Θεό τιμωρό, αλλά αποκαλύπτει με σαφήνεια το κριτήριο με το οποίο θα σταθεί ο άνθρωπος ενώπιον του Θεού: την αγάπη που γίνεται πράξη.
Η ευαγγελική περικοπή (Ματθ. 25,31-46) μας μεταφέρει στη μεγάλη και φοβερή εκείνη ημέρα της Κρίσεως, κατά την οποία «ἔρχεται ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ» και συνάγονται ενώπιόν Του όλα τα έθνη. Η κρίση δεν στηρίζεται σε τυπικές θρησκευτικές επιδόσεις ούτε σε εξωτερικές εκδηλώσεις ευσέβειας, αλλά σε μια βαθιά υπαρξιακή στάση: στην υπαρξιακή σχέση του ανθρώπου με τον πλησίον. Ο Χριστός ταυτίζεται με τον πεινασμένο, τον διψασμένο, τον ξένο, τον γυμνό, τον ασθενή και τον φυλακισμένο, αποκαλύπτοντας ότι η αγάπη προς τον άνθρωπο αποτελεί αδιάψευστο δείκτη της αγάπης προς τον Θεό.
Η Μέλλουσα Κρίση, επομένως, δεν αποτελεί απλώς αξιολόγηση πράξεων, αλλά αποκάλυψη της εσωτερικής σχέσης του ανθρώπου με τον Χριστό, ο Οποίος είναι παρών στον «ἐλάχιστο» αδελφό. Εκείνη την ημέρα δεν θα κριθούν μόνο οι πράξεις μας, αλλά θα φανερωθεί εάν ζήσαμε σε κοινωνία μαζί Του ή αν επιλέξαμε την αυτάρκεια και την απομόνωση.
Ιδιαίτερη θεολογική βαρύτητα έχει το γεγονός ότι τόσο οι δίκαιοι όσο και οι αμετανόητοι εκπλήσσονται από την κρίση. Ούτε οι μεν γνωρίζουν ότι διακόνησαν τον ίδιο τον Χριστό ούτε οι δε συνειδητοποιούν ότι Τον αρνήθηκαν. Αυτό φανερώνει ότι η αληθινή αγάπη δεν επιδιώκει ανταμοιβή ούτε αυτοδικαίωση, αλλά ρέει φυσικά από την καρδιά που έχει μαθητεύσει στη χάρη.
Το κριτήριο της κρίσεως, επομένως, δεν είναι η γνώση, αλλά η κοινωνία· όχι ο λόγος, αλλά το βίωμα· όχι η αυτάρκεια, αλλά η έξοδος από τον εαυτό μας προς τον άλλο. Ο Χριστός δεν ζητά να Τον αναγνωρίσουμε σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά να Τον συναντήσουμε μέσα στην πληγωμένη ανθρώπινη ύπαρξη.
Το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας από την Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου (Α΄ Κορ. 8,8 – 9,2) φωτίζει περαιτέρω το ευαγγελικό μήνυμα, μεταφέροντας το κέντρο βάρους από το «επιτρέπεται» στο «συμφέρει». Ο Απόστολος των εθνών τονίζει ότι η ελευθερία του χριστιανού δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά ευθύνη αγάπης. Η γνώση χωρίς αγάπη «φυσιώνει», ενώ η αγάπη «οἰκοδομεῖ» (Α΄ Κορ. 8,1). Έτσι, η ελευθερία μεταμορφώνεται σε διακονία· δεν κρίνεται από όσα δικαιούται κανείς, αλλά από όσα προσφέρει. Η προσωπική στάση γίνεται κριτήριο σωτηρίας όχι μόνο για τον εαυτό μας, αλλά και για τον αδελφό, διότι κάθε πράξη επηρεάζει το σώμα της Εκκλησίας.
Η πατερική παράδοση ερμηνεύει τη Μέλλουσα Κρίση όχι ως νομική διαδικασία, αλλά ως φανέρωση της αλήθειας της σχέσης μας με τον Θεό. Ο Ιερός Χρυσόστομος τονίζει ότι «οὐδὲν οὕτως ποιεῖ ἄνθρωπον Θεῷ προσήκοντα, ὡς τὸ φιλανθρωπεῖν» (PG 63, 462), υπογραμμίζοντας ότι η φιλανθρωπία αποτελεί σημείο θεοειδούς ζωής.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής προχωρεί βαθύτερα, επισημαίνοντας ότι «ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν πλησίον, οὐ δύναται ἀληθῶς ἀγαπῆσαι τὸν Θεόν» (PG 90, 964), φανερώνοντας ότι η αγάπη προς τον άνθρωπο αποτελεί οντολογική απόδειξη της κοινωνίας με τον Θεό.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συμπυκνώνει την ίδια αλήθεια λέγοντας ότι «Θεὸς ἐλεεῖται ἐν τοῖς πτωχοῖς» (Λόγος ΙΔ΄, PG 35, 892), διδάσκοντας ότι η διακονία προς τον αδελφό είναι συνάντηση με τον ίδιο τον Θεό.
Στο ίδιο πνεύμα, ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, διδάσκει ότι «οὐ γὰρ ἡ ἀρετὴ τὸν Θεὸν ἐλκύει πρὸς τὸν ἄνθρωπον, ἀλλ’ ἡ μετάνοια τὴν χάριν ἐπισπάται». Υπενθυμίζει έτσι ότι η έμπρακτη αγάπη, που προβάλλεται ως κριτήριο της Κρίσεως, δεν είναι ανθρώπινο κατόρθωμα, αλλά καρπός της θείας χάριτος, η οποία ενεργεί σε καρδιά μετανοημένη και ταπεινή.
Το θεολογικό περιεχόμενο της Μελλούσης Κρίσεως αποτυπώνεται με συγκλονιστικό τρόπο και στην υμνολογία της Εκκλησίας: «Ὢ ποία ὥρα τότε, καὶ ἡμέρα φοβερά, ὅταν καθίσῃ ὁ Κριτὴς ἐπὶ θρόνου φοβεροῦ! βίβλοι ἀνοίγονται, καὶ πράξεις ἐλέγχονται, καὶ τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους δημοσιεύονται, Ἄγγελοι περιτρέχουσιν, ἐπισυνάγοντες πάντα τὰ ἔθνη» (Ιδιόμελο των Αίνων, Κυριακή της Απόκρεω).
Ο θεσπέσιος αυτός υμνολογικός λόγος δεν επιδιώκει να προκαλέσει φόβο, αλλά να καλλιεργήσει τη μετάνοια· δεν γεννά απελπισία, αλλά ελπίδα που θεμελιώνεται στη φιλανθρωπία του Θεού. Η εσχατολογική αυτή προοπτική δεν περιορίζεται μόνο στην Κυριακή της Απόκρεω, αλλά διατρέχει ολόκληρη την πορεία της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και κορυφώνεται λειτουργικά στη Μεγάλη Εβδομάδα, όταν η Εκκλησία παρακαλεί τον Σωτήρα και Λυτρωτή: «Ὅταν καθίσεις, Χριστέ, ἐπὶ θρόνου δόξης, καὶ παραστῶσιν ἄγγελοι ἐνώπιόν σου, τότε μὴ κατακρίνῃς με, ὡς ἄνθρωπον, ἀλλὰ σῶσόν με, ὡς φιλάνθρωπος» (Όρθρος Μεγάλης Δευτέρας).
Ἀδελφοί μου,
η Κυριακή της Απόκρεω δεν μας καλεί να υπολογίσουμε τις πράξεις μας με νομικούς όρους, αλλά να αναμετρηθούμε με την αλήθεια της καρδιάς μας. Η Μελλούσα Κρίση αρχίζει ήδη από τώρα, στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον άλλο άνθρωπο και ανταποκρινόμαστε στην ανάγκη του. Καθώς θα αναλάβουμε σε λίγες ημέρες τον καλό αγώνα της νηστείας, τόσο της σωματικής όσο και της πνευματικής, ας ζητήσουμε από τον Κύριο να καθαρίσει την καρδιά μας και να την καταστήσει ικανή για την έμπρακτη αγάπη που σώζει. Ώστε, όταν φανερωθεί η δόξα Του και αποκαλυφθεί η αλήθεια των έργων μας, να αξιωθούμε και εμείς να ακούσουμε τον μακάριο και σωτήριο εκείνο λόγο της ευλογίας: «δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. 25,34). Γένοιτο!
Ἀμήν.

