Του αρχιμ. Κωνσταντίνου Φουντουκίδη, Ιεροκήρυκος της Ι.Μ.Θ.
«Βγήκε ο σπορέας για να σπείρει τον σπόρο του. Καθώς έσπερνε, μερικοί σπόροι έπεσαν στον δρόμο, όπου καταπατήθηκαν και τους έφαγαν τα πουλιά. Άλλοι έπεσαν στις πέτρες και, όταν φύτρωσαν, ξεράθηκαν, γιατί δεν είχε υγρασία. Άλλοι έπεσαν μέσα σε αγκάθια και, όταν αυτά φύτρωσαν μαζί τους, τους έπνιξαν. Άλλοι τέλος έπεσαν σε γόνιμο έδαφος, φύτρωσαν κι έδωσαν καρπό εκατό φορές περισσότερο (Λκ 8,5-8)».
«Ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού», όπως μας εξηγεί ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. «Ο δρόμος είναι εκείνοι που άκουσαν τον λόγο του Θεού˙ έρχεται όμως ύστερα ο διάβολος και τον παίρνει απ’ τις καρδιές τους, για να μην πιστέψουν και σωθούν. Το πετρώδες έδαφος είναι εκείνοι που, όταν ακούσουν τον λόγο, τον δέχονται με χαρά, δεν έχουν όμως ρίζα˙ γι’ αυτό πιστεύουν για μικρό χρονικό διάστημα και, όταν έρθει ο καιρός της δοκιμασίας, απομακρύνονται. Το έδαφος με τα αγκάθια είναι εκείνοι που άκουσαν τον λόγο, συμπορεύονται όμως με τις φροντίδες, με τον πλούτο και τις απολαύσεις της ζωής, πνίγονται απ’ αυτά και δεν καρποφορούν. Το γόνιμο έδαφος τέλος είναι όσοι άκουσαν τον λόγο με καλή και αγαθή καρδιά, τον φυλάνε μέσα τους και καρποφορούν με υπομονή (Λκ 8,11-15)».
Ας σταθούμε για λίγο, αγαπημένοι μου αδελφοί, στην τέταρτη ομάδα ανθρώπων, στην οποία ευχόμαστε να ανήκουμε όλοι. Οι προϋποθέσεις για να δεχθούμε τον λόγο του Θεού και για να τον αφήσουμε να καρποφορήσει είναι δύο, και αμφότερες σχετίζονται με το κέντρο της ύπαρξής μας, την καρδιά. Τα λόγια του Κυρίου είναι σαφή. Η εύφορη γη ταυτίζεται με την καλή και αγαθή καρδιά. Αυτά τα δύο επίθετα συναποτελούν το «κλειδί» με το οποίο όλοι μπορούμε να ανοίξουμε την πόρτα της καρποφορίας, την πύλη του Παραδείσου. Μπορεί για τον κόσμο η καλή και αγαθή καρδιά να συνιστά εμφανές εμπόδιο για την οικονομική και κοινωνική ανάδειξη του ανθρώπου, για τον Χριστό όμως και την Εκκλησία Του συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Εκείνος πρώτος μας δείχνει τον δρόμο της απροϋπόθετης αγάπης και της ευσπλαχνίας, του ελέους και της προσφοράς. Κατέρχεται εκουσίως προς τον θάνατο, «ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος», για να νεκρώσει τον άδη με την αστραπή της θεϊκής του δύναμης, για να αναστήσει τους νεκρούς από τα βάθη της γης και για να τους χαρίσει, ως μόνος Ζωοδότης, την αιώνια ζωή (βλ. αναστάσιμο απολυτίκιο Β’ ήχου).
Έτσι κι εμείς λοιπόν καλούμαστε σήμερα να Τον μιμηθούμε, να γίνουμε άξιοι μαθητές Του, να διαθέτουμε καλή και αγαθή καρδιά, προκειμένου να αναδειχθούμε γόνιμο έδαφος για τον λόγο Του και να καρποφορήσουμε με υπομονή.
Ποια είναι όμως τα σημάδια που φανερώνουν τη γονιμότητα, την καρποφορία, την ευφορία; Ο ιδρυτής της Εκκλησίας των Θεσσαλονικέων και Απόστολος των Εθνών, Παύλος, απευθυνόμενος στον στενό του συνεργάτη Τίτο, μας δείχνει ξεκάθαρα τον δρόμο που δηλώνει καρποφορία. «Όσοι έχουν πιστέψει στον Θεό να φροντίζουν να πρωτοστατούν σε καλά έργα. Αυτά είναι τα καλά και τα ωφέλιμα στους ανθρώπους. Οι ανόητες συζητήσεις, οι φιλονικίες και οι διαμάχες (ακόμα και για θεολογικά ζητήματα) είναι ανωφελείς και μάταιες (Τιτ 3,8-9)».
Αυτό έπραξαν και οι σήμερα τιμώμενοι θεοφόροι Πατέρες, οι οποίοι συγκρότησαν το 787 στη Νίκαια της Βιθυνίας την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Αφοσιωμένοι στην ορθή πίστη, αγωνίστηκαν με όλες τους τις δυνάμεις για τη διαφύλαξη της ειρήνης και της ενότητας του εκκλησιαστικού σώματος και αναδείχθηκαν γη καλή και αγαθή. Αυτό έπραξε νωρίτερα ο σήμερα εορταζόμενος Απόστολος Φίλιππος, μαζί με τους άλλους έξι Διακόνους. Μιμούμενοι τον Σωτήρα Χριστό, ο οποίος δεν ήρθε για να Τον υπηρετήσουν, αλλά για να υπηρετήσει και να προσφέρει τη ζωή Του λύτρο για όλους (Μτ 20,28 και Μκ 10,45), οι επτά Διάκονοι υπηρέτησαν με χαρά και υπομονή τους αδελφούς τους που είχαν ανάγκη και αναδείχθηκαν γη καλή και αγαθή. «Ας μαθαίνουν λοιπόν και οι δικοί μας», επισημαίνει με έμφαση ο Απόστολος Παύλος, κατακλείοντας την επιστολή του προς τον Τίτο, «να πρωτοστατούν σε καλά έργα, για να αντιμετωπίζουν τις επείγουσες υλικές ανάγκες των ανθρώπων, ώστε η ζωή τους να μην είναι άκαρπη (Τιτ 3,14)».

