Loading..

Κήρυγμα κατά την Κυριακή ΣΤ´ Λουκά

Του αρχιμ. Κωνσταντίνου  Φουντουκίδη, Ιεροκήρυκος της Ι.Μ.Θ.

   «Ξέρουμε πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί με την τήρηση των διατάξεων του νόμου. Αυτό γίνεται μόνο με την πίστη στον Ιησού Χριστό˙ γιατί με τα έργα του νόμου δε θα σωθεί κανένας άνθρωπος (Γαλ 2,16)». Τα λόγια του ιδρυτή της Εκκλησίας μας είναι ξεκάθαρα και δε χωρούν καμιά παρερμηνεία. Το «κλειδί» που μας ανοίγει τη θύρα του Παραδείσου είναι η πίστη στον Ιησού Χριστό, στον μονογενή Υιό και Λόγο του Θεού, ο οποίος καταδέχθηκε να γίνει άνθρωπος και να σταυρωθεί, προκειμένου να μας απαλλάξει από τη φθορά και τον θάνατο και να μας χαρίσει τη σωτηρία.

   Το γεγονός της σωτηρίας, το μεγαλείο της αγάπης του Θεού, γιορτάζουμε πανηγυρικά σήμερα – και κάθε Κυριακή – και ψάλλουμε έμπλεοι αρρήτου αγαλλιάσεως και αφάτου ευφροσύνης: «Αφού οι μαθήτριες του Κυρίου έλαβαν από τον Άγγελο το χαρμόσυνο μήνυμα της Ανάστασης και απέρριψαν την απόφαση των πρωτοπλάστων, έτρεξαν γεμάτες χαρά στους αποστόλους για να τους πουν: Νικήθηκε ο θάνατος, αναστήθηκε ο Χριστός, χαρίζοντας στον κόσμο την αιώνια ζωή (αναστάσιμο απολυτίκιο Δ΄ ήχου)».

   Γεμάτος χαρά και ο απόστολος των εθνών αναφωνεί: «Τώρα πια δε ζω εγώ, αλλά ζει στο πρόσωπό μου ο Χριστός. Και η τωρινή σωματική μου ζωή είναι ζωή βασισμένη στην πίστη μου στον Υιό του Θεού, που με αγάπησε και πέθανε εκούσια για χάρη μου. Δεν μπορώ ν’ αγνοήσω αυτή τη δωρεά του Θεού. Αν όμως η σωτηρία εξασφαλίζεται με την τήρηση του νόμου, τότε ο Χριστός πέθανε χωρίς λόγο (Γαλ 2,20-21)».

   Κι όμως εμείς, αγαπημένοι μου αδελφοί, αγνοούμε τη δωρεά του Θεού. Κι ενώ Εκείνος μας έσωσε χωρίς να το αξίζουμε και μας χάρισε την αιώνια ζωή, εμείς, ακατάδεχτοι και γεμάτοι έπαρση και εγωισμό, Του στρέφουμε τα νώτα, όπως ακριβώς έπραξαν οι πρωτόπλαστοι, μη δεχόμενοι ως ευλογία την αγάπη Του, και Τον διώχνουμε από κοντά μας, όπως ακριβώς έπραξαν οι Γαδαρηνοί, μη δεχόμενοι ως ευεργεσία την ίαση του δαιμονισμένου αδελφού τους. Εκείνοι, αντί να αναπέμψουν λόγους ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης προς τον Ευεργέτη τους, «σπεύδουν να του ζητήσουν να φύγει από κοντά τους, γιατί (δήθεν) τους είχε καταλάβει μεγάλος φόβος (Λκ 8,37)». Εμείς, αντί να υμνούμε και να ευλογούμε τον Σωτήρα μας, αποδεχόμενοι το ύψιστο δώρο της Θείας Ευχαριστίας, αρνούμαστε να μετάσχουμε σε κοινωνία μαζί Του, να μεταλάβουμε το σώμα και το αίμα Του, επειδή τάχα φοβόμαστε την αναξιότητα που μας χαρακτηρίζει, θαρρείς κι από μόνοι μας μπορούμε να γίνουμε άξιοι της αγάπης Του, θαρρείς κι από μόνοι μας μπορούμε να καταξιωθούμε, πράττοντας δήθεν καλά έργα, «τηρώντας τις διατάξεις του νόμου» και λησμονώντας εξάπαντος τα λόγια του πρωτοκορυφαίου Αποστόλου που ακούσαμε σήμερα.

   Κι Εκείνος; Εκείνος αποδέχεται αμέσως την παράκληση «ἅπαντος τοῦ πλήθους τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν (Λκ 8,37)», σεβόμενος την ανθρώπινη ελευθερία και το δικαίωμα της επιλογής, και, επιβιβαζόμενος στο πλοιάριο, γυρίζει πίσω (Λκ 8,37). Εκείνος, παρά την εν πολλοίς αρνητική μας στάση απέναντί Του, εξακολουθεί να μας ευλογεί και να μας αγιάζει, σεβόμενος το «αυτεξούσιο» του ανθρωπίνου προσώπου, το δώρο που ο Ίδιος μας έχει δώσει.

   Ας γίνουν λοιπόν, αγαπημένοι μου αδελφοί, οι κάτοικοι της περιοχής των Γαδάρων παράδειγμα προς αποφυγήν, κι ας αποτελέσει ο Άγιός μας, που αύριο εορτάζει λαμπρώς, παράδειγμα προς μίμησιν για όλους εμάς, που τον τιμούμε και τον εγκωμιάζουμε, καθώς, σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, «τιμή μάρτυρος μίμησις μάρτυρος». Εκείνος, ο ένδοξος μεγαλομάρτυς Δημήτριος ο Μυροβλύτης, εμπιστεύθηκε και αγάπησε εξ όλης της καρδίας του τον Σωτήρα Χριστό και αφιέρωσε όλη την επίγεια ζωή του στην Εκκλησία, δείχνοντας έμπρακτη αγάπη προς τους αδελφούς του και αφήνοντας στην άκρη φόβους και δισταγμούς˙ και ο Κύριος τον περιέβαλε με απαράμιλλο θάρρος και του έδωσε δύναμη για να αντέξει το φρικτό μαρτύριο, στεφανώνοντάς τον με τον αμαράντινο της δόξης στέφανο και καθιστώντας τον παντοτινό προστάτη μας και Πολιούχο της αγαπημένης μας Θεσσαλονίκης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μετάβαση στο περιεχόμενο