Νικολάου Γρ. Ζαχαρόπουλου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ. – πρωτοπρ. Κωνσταντίνου Κωστάκη δρ. Θεολογίας
1. Η διατήρηση της πνευματικής ζωής του Ελληνισμού στο 15ο και 16ο αι.
Η διοικητική δομή της Θεσσαλονίκης την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας ουσιαστικά παραμένει προσαρμοσμένη στο σύστημα της προηγούμενης βυζαντινής με πρώτο τούρκο πασά τον Σουγκιούρ Τσαούς μπέη, αλλά και το ισχύον εκκλησιαστικό καθεστώς διατηρείται στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως ίσχυε στην όλη επικράτεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Ωστόσο ο χωρισμός της γης σε χάσια, τιμάρια και ζιαμέτια, δίδει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας στους κατακτητές και την κυριότητα στους επίλεκτους αξιωματούχους τους, ενώ η κατάληψη οικιών και ναών από εποίκους Τούρκους, σε συνδυασμό με τη σκληρή συμπεριφορά τους, δημιουργεί βαρύτατο κλίμα ανυπόφορων συνθηκών στο χριστιανικό πληθυσμό της Θεσσαλονίκης. Από την άλλη η ανανέωση των προνομίων της τοπικής αυτοδιοίκησης των χριστιανών και η ελάφρυνση από τους φόρους, ώστε να ανακοπεί το κύμα φυγής των γηγενών, δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητα, των ποικίλων δηλαδή αυθαιρεσιών των τοπικών τουρκικών αρχών.
Βαρύτατο πλήγμα στη ζωή των κατοίκων της Θεσσαλονίκης αποτελεί η κατάσχεση ιερών ναών και μονών, αλλά και η έλλειψη κληρικών που μαρτυρείται να αιχμαλωτίζονται, σύμφωνα με τις πληροφορίες από έγγραφο (1452) του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Μεθοδίου. Αν βέβαια στην αρχή φαίνεται να μένουν στα χέρια των χριστιανών εκτός από τις μικρές εκκλησίες και οι κεντρικοί ναοί (Αγίου Δημητρίου, Αγίας Σοφίας, Αγίων Αγγέλων ή Ασωμάτων “Rotonda” και Οδηγήτριας ή Αγίας Αναστασίας), λίγο αργότερα η τουρκική παρουσία επιζητεί να γίνει επιβλητικότερη, λόγω αύξησης του μουσουλμανικού στοιχείου και των θρησκευτικών του αναγκών, λόγω της πολιτικής για ισχυροποίηση της τουρκικής εξουσίας ή και εξαιτίας των μισαλλόδοξων αντιλήψεων και των ανεξέλεγκτων ακόμη αυθαιρεσιών των κατακτητών. Έτσι μέχρι το 1478 30 χριστιανικοί ναοί έχουν μετατραπεί σε τζαμιά, ενώ συνεχίζεται αμείωτη η ενέργεια αυτή ακόμη και σε ναούς που δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να εξαιρεθούν από το ιστορικό ορθόδοξο βίωμα του εκκλησιαστικού πληρώματος της Θεσσαλονίκης (1492 ναός Αγίου Δημητρίου, 1500 ναός Αγίου Παντελεήμονος, 1510 ναός Αγίας Αικατερίνης, 1520-30 ναός Αγίων Αποστόλων, 1524 ναός Αγίας Σοφίας, 1590 ναός μητροπολιτικός Αγίων Αγγέλων ή Ασωμάτων “Rotonda”).
Η κατάκτηση της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους έχει άμεσες συνέπειες και στο συνολικό πληθυσμό της πόλης. Έτσι οι κυρίαρχοι του τόπου καταλαμβάνουν τις συνοικίες της άνω πόλης, ενώ διαταράσσεται το αμιγές χριστιανικό στοιχείο που οριοθετείται πλέον στις συνοικίες της νοτιοανατολικής περιοχής. Η άμεση ακόμη ανάγκη για εποικισμό της Θεσσαλονίκης κατευθύνει τους κατακτητές στο να αποδεχθούν την εγκατάσταση στην πόλη εβραίων προσφύγων, τόσο από τις γερμανικές χώρες “Aschkenazim” (μετά το 1470), όσο και από την Ισπανία “Sepharadim” (1492) ή και από άλλες περιοχές, όπως της Κ. Ιταλίας (1493) ή της Σικελίας (1493). Η δυναμικότητα μάλιστα των Εβραίων αυτών μεταναστών θα φανεί, αφού οι υπάρχοντες ολιγάριθμοι Ρωμαιοεβραίοι “Romaniotes” της βυζαντινής Θεσσαλονίκης, με τα ελληνικά πολιτισμικά τους στοιχεία, αφομοιώνονται από τους ομόθρησκούς τους, ώστε λίγο αργότερα το εβραϊκό στοιχείο να συμβάλει στη μεγάλη οικονομική ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης. Έτσι ο δημογραφικός χάρτης της πόλης στις απογραφές: του 1478 δείχνει 10.400 κατοίκους (4.000 μουσουλμάνοι, 6.094 χριστιανοί, υπόλοιποι εβραίοι) και του 1519 δείχνει 29.000 κατοίκους (6.870 μουσουλμάνοι, 6.635 χριστιανοί, 15.715 εβραίοι).
Ωστόσο όχι μόνο η αλλοίωση του αμιγούς στοιχείου του συνολικού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης ανακόπτει τις δυνατότητες της τοπικής Εκκλησίας για πνευματική καλλιέργεια του πληρώματός της, αλλά και οι δεινές συνθήκες και οι ανυπόφορες περιστάσεις αναγκαστικά δημιουργούν οικονομικό μαρασμό στη χριστιανική κοινότητα και επιφέρουν πτώση της μορφωτικής στάθμης του λαού. Η γλώσσα και όλα τα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού υφίστανται ισχυρά πλήγματα από τη μισαλλόδοξη λαίλαπα των κατακτητών.
Μπροστά στη διαμορφούμενη αυτή κατάσταση εγείρεται και επικρατεί πνεύμα αντίστασης, που με τη στάση των Νεομαρτύρων φθάνει και στο σημείο της αυτοθυσίας. Έτσι ο αποκεφαλισμός στη Θεσσαλονίκη του μοναχού εξ Ιωαννίνων Μακαρίου (1527), το μαρτύριο στην πυρά του Μιχαήλ εξ Αγράφων (21/3/1544), που περιγράφει ο αυτόπτης μάρτυρας μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Μητροφάνης (1541-1551) και το μαρτύριο στην πλατεία Ιπποδρομείου (6/7/1566) του Κυρίλλου, νέου μόλις 22 χρόνων, αποτελούν δείγματα και αδιάσειστα ιστορικά ερείσματα αντίστασης, ηρωισμού, πίστης και αυτοθυσίας των χριστιανών, αλλά και δυναμικότατες πηγές τόνωσης του εκκλησιαστικού και εθνικού φρονήματος του λαού της Θεσσαλονίκης, που έδειχνε ακατάπαυστη καρτερία, υπομονετική αντοχή και έντονη τάση αφύπνισης από τη σκληρή τυραννία. Παρουσιάζονται όμως και εξαιρέσεις, αφού οι ασφυκτικές πιέσεις και οι επικίνδυνες απειλές κλονίζουν τη δύναμη ή την αντοχή κάποιων, που αναγκαστικά εξισλαμίζονται.
Η μόνη προστάτιδα δύναμη στο χώρο της Μακεδονίας και ειδικότερα της Θεσσαλονίκης ήταν η Εκκλησία, εφόσον και στην όλη επικράτεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας αποτελούσε το μόνο καταφύγιο των υπόδουλων ορθοδόξων, με την εθναρχική βέβαια υπόσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τον άμεσο πνευματικό και διοικητικό σύνδεσμό του με τις κατά τόπους Εκκλησίες. Η γειτνίαση με το Άγιον Όρος είχε ακόμη εξαιρετική σημασία για την Εκκλησία της Θεσσαλονίκης και το εκκλησιαστικό της πλήρωμα, εφόσον με βάση τα ιδιαίτερα προνόμια που είχαν δοθεί από τους κατακτητές στον Άθω, επιτρεπόταν οι περιοδείες των αγιορειτών στον υπόδουλο χώρο, αλλά και αφού υπήρχε η δυνατότητα στο χώρο αυτό της καλλιέργειας των ελληνικών γραμμάτων, της διατήρησης των στοιχείων της ελληνικής παιδείας και της διαφύλαξης των ανεκτίμητης αξίας πηγών του ελληνορθόδοξου πολιτισμού. Η λειτουργία των αγιορειτικών αντιγραφικών εργαστηρίων την περίοδο 1480-1530 αποτελεί αδιάψευστη ιστορική μαρτυρία. Ο μοναστηριακός επίσης χώρος στη περιοχή της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας, ως χώρος βακουφικός, απαραβίαστος και ιερός, αποτέλεσε ένα ακόμη παράγοντα διατήρησης της πνευματικής ζωής του Ελληνισμού την περίοδο αυτή. Έτσι η ιερά μονή Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας, που ίδρυσε η Θεοφανώ (888) αποβαίνει σημαντικότατη βάση καλλιέργειας της ορθόδοξης πίστης και παράδοσης στο χώρο της Θεσσαλονίκης με την παρουσία και το πνευματικό έργο του ηγουμένου αυτής (1522-1538) αγίου Θεωνά του μετέπειτα μητροπολίτη Θεσσαλονίκης (1538-1541), των 300 μοναχών και το πλήθος των λογίων μαθητών του. Η ιερά μονή Βλατάδων, που είχε ανεγερθεί (1320-1360) από τους αδελφούς Βλαταίους, μοναχούς από την Κρήτη και διέθετε ιδιαίτερα προνόμια από τον Μουράτ Β΄ (1491: παραχώρηση εκτάσεων και απαλλαγή των μοναχών από τη φορολογία), ήταν κέντρο πνευματικής καλλιέργειας των Θεσσαλονικέων και χώρος διατήρησης και ενίσχυσης της ελληνικής παιδείας και του πολιτισμού. Η βιβλιοθήκη, οι χειρόγραφοι κώδικες, οι εικόνες και τα κειμήλια που διασώζονται σ’ αυτήν μαρτυρούν τη σημαντική παρουσία της στους δύσκολους αυτούς καιρούς. Η ιερά μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ζάβορδας, στο Καλλίστρατο όρος της Δυτικής Μακεδονίας και η παρουσία σ’ αυτήν του κτήτορά της οσίου Νικάνορα (1491-1549), μετά από διδακτική δραστηριότητα στη Θεσσαλονίκη και διέλευσή του μέσω των διαφόρων χωριών της Μακεδονίας, αναδεικνύουν το χώρο της μονής εργαστήριο παιδείας και σημαντικό παράγοντα διατήρησης της πνευματικής ζωής του Ελληνισμού την περίοδο αυτή.
Βέβαια ανασταλτικός παράγοντας στο ζήτημα της καλλιέργειας της ελληνικής παιδείας και του πολιτισμού στο χώρο της Θεσσαλονίκης αποτελεί το γεγονός της φυγής των λογίων στη Δύση (Θεόδωρος Γαζής +1472 Κωνσταντινούπολη και Ιταλία ∙ Ανδρόνικος Κάλλιστος +1486 Κωνσταντινούπολη, Ρώμη, Φλωρεντία, Παρίσι ∙ Δημήτριος, διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας 1559 Κωνσταντινούπολη, Βιττεμβέργη ∙ Ματθαίος Καμαριώτης ο Θεσσαλονικεύς, σχολάρχης της πατριαρχικής σχολής στην Κωνσταντινούπολη), εφόσον εκλείπουν οι δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης και μορφωτικής προόδου.
Όμως παρά τη φυγή των λογίων και παρά τις δεινές συνθήκες, η μακραίωνη παράδοση των ελληνικών γραμμάτων στη Θεσσαλονίκη φαίνεται ότι συνεχίζεται. Το επίπεδο της γλώσσας και το περιεχόμενο επιγραφής σε σαρκοφάγο του Θεσσαλονικέα Λουκά Σπαντούνη (+1481) που βρίσκεται στο ναό του Αγίου Δημητρίου, το μαρτυρούμενο αίτημα των Θεσσαλονικέων (1490) για αποστολή του Λακεδαιμόνιου δασκάλου Ιωάννου Μόσχου από την Κέρκυρα στη Θεσσαλονίκη αλλά και το ότι στο χώρο της Θεσσαλονίκης υπήρχε και διατηρούνταν ικανός αριθμός χειρογράφων, αφού δραστηριοποιείται με σκοπό την αγορά κάποιων απ’ αυτά ο Ιανός Λάσκαρις (1445-1535), αποτελούν σημαντικές ιστορικές μαρτυρίες για το ότι δεν διακόπτεται η καλλιέργεια των ελληνικών γραμμάτων, στο μέτρο ασφαλώς του δυνατού της εποχής αυτής. Από την άλλη η παρουσία και η σημαντική δραστηριότητα εκκλησιαστικών κυρίως προσώπων και λογίων αποδεικνύει ακόμη περαιτέρω το χαρακτήρα της ελληνορθόδοξης λογιοσύνης κατά την εν λόγω περίοδο. Οι μητροπολίτες Θεσσαλονίκης: Θεωνάς (1538-1541), ηγούμενος στην ιερά μονή Αγίας Αναστασίας, Μητροφάνης ο από Βεροίας (1541), ανήκων στην ακολουθία του πατριάρχη Ιερεμία Β΄, Θεωνάς Β΄ ο από Παροναξίας (1560-1565) και Θεοφάνης (τέλη του 16ου αι.), βιογράφος του νεομάρτυρα Μιχαήλ Μαυρουδή, είναι λόγιοι ιεράρχες, δραστηριοποιούνται και διδάσκουν στη Θεσσαλονίκη, συμβάλλοντας στην καλλιέργεια της ελληνικής παιδείας και στην πνευματική αναγέννηση των υπόδουλων χριστιανών της περιοχής των. Για αρκετό χρονικό διάστημα από το 1580 κ.ε. αφήνει σημαντική φήμη και οικοδομεί πνευματικά πλήθος μαθητών ο λόγιος μοναχός από την Κρήτη Ματθαίος, αδελφός του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Μητροφάνη, ενώ μαρτυρείται επίσης η διδακτική δραστηριότητα του λόγιου ιερέα Γεωργίου του Αθηναίου (1585). Σημαντικότατη παρουσία διαγράφει και ο αξιόλογος λόγιος από τη Θεσσαλονίκη Δαμασκηνός Στουδίτης (1500-1580), ο οποίος αφού σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη κοντά στο λόγιο Θεοφάνη Ελεαβούλκο, έγινε επίσκοπος Λητής και Ρενδίνης (1564-1574), συμβάλλοντας με τη δράση του στην πνευματική αναγέννηση των περιχώρων της γενέτειράς του και κατόπιν μητροπολίτης Ναυπάκτου και Άρτης. Ως πατριαρχικός έξαρχος Αιτωλίας συναντάται να αναπτύσσει σημαντική διδακτική δραστηριότητα στη Ρουθηνία, κυρίως όμως η όλη του συμβολή μπορεί να αξιολογηθεί από το διαδεδομένο έργο του «Θησαυρός», που είχε μεγάλη απήχηση και κάλυπτε τις πρωταρχικές ανάγκες του μέσου αναγνώστη στην ιδιαίτερα επιβαρυμένη περίοδο αυτή της τουρκοκρατίας.
Την κατά κάποιο τρόπο όμως ειρηνική αυτή περίοδο επηρεάζει άμεσα το ιστορικό γεγονός της ναυμαχίας της Ναυπάκτου (1571), εφόσον οι δυτικές δυνάμεις καταστρέφουν τον τουρκικό στόλο και προκαλείται οργή των Τούρκων και κατά συνέπεια ξέσπασμα σφαγών στους χριστιανούς της Θεσσαλονίκης. Μάλιστα τότε παύεται για λίγο ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ιωάσαφ ο Αργυρόπουλος, με την κατηγορία του πληροφοριοδότη των δυτικών.
Ιδιαίτερα σημαντικό ιστορικό στοιχείο στα τέλη του 16ου αιώνα αποτελεί και η Συνοδική Πράξη του πατριάρχη Ιερεμία Β΄ “Τρανού”, που καλεί τους μητροπολίτες να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την ίδρυση και τη συντήρηση σχολείων στις εκκλησιαστικές τους περιφέρειες, ορίζοντας «|εκαστον [επίσκοπον [εν τ~?η α[υτο~υ παροικί?α φροντίδα κα`ι δαπάνην τ`ην δυναμένην ποιε~ιν, \ωστε τ`α θε~ια κα`ι ]ιερ`α γράμματα δύνασθαι διδάσκεσθαι, βοηθε~ιν δ`ε κατ`α δύναμιν το~ις [εθέλουσι διδάσκειν κα`ι το~ις μαθε~ιν προαιρουμένοις».
2. Προς την αναγέννηση της πνευματικής ζωής των χριστιανών (17ος – αρχές 19ου αι.)
Αν και ο 17ος αιώνας δεν συγκεντρώνει ιδιαίτερη σπουδαιότητα για τον χριστιανικό πληθυσμό της Θεσσαλονίκης, αξίζει να επισημανθεί το γεγονός της από τις πρώτες δεκαετίες του μεταναστευτικής κίνησης προς τη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή των ελληνόφωνων και βλαχόφωνων κατοίκων με ελληνική συνείδηση από τις ορεινές περιοχές της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, της Ηπείρου, των Αγράφων και της περιοχής του Αχελώου, λόγω δύσκολων συνθηκών. Το γεγονός αυτό, που συνεχίζεται σε ολόκληρο το 18ο και στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, κρίνεται ιστορικά σημαντικό, επειδή από τότε άρχισαν να αναδεικνύονται εκείνοι οι παράγοντες που συνετέλεσαν στη σταδιακή προεπαναστατικά ανάπτυξη και πρόοδο του Ελληνισμού. Η Εκκλησία όμως την περίοδο αυτή έχει να αντιμετωπίσει και δυσμενέστατα γεγονότα που πλήττουν βαριά το χριστιανικό πληθυσμό, όπως το γεγονός της μεγάλης πυρκαγιάς του 1620, που αποτέφρωσε το μεγαλύτερο μέρος της Θεσσαλονίκης και λίγο αργότερα, της πανούκλας που αποδεκάτισε τους κατοίκους. Ωστόσο φαίνεται να διαθέτει 30 μικρές εκκλησίες, τη μονή Βλατάδων και 5 γυναικείες μονές με 100 περίπου μοναχές η καθεμιά (Θεοτόκου – Μ.Παναγίας, Αγίας Ελεούσας ή Λεχούσας, Αγίας Θεοδώρας), ενώ έξω από τα δυτικά τείχη στη θέση της ευρισκόμενης μονής της Αγίας Ματρώνας είχε γίνει ο τεκές των Μεβλεβήδων δερβισών, στη θέση της μονής του Χορταΐτου ο τεκές και ο τάφος του Γκιούλ μπαμπα και στη θέση της μονής του Αγίου Δημητρίου του Αρμογένη, κατά τον καθηγητή Α. Βακαλόπουλο, ο τάφος μουσουλμάνου και η τουρκική πηγή Σέιχ Σου. Φαίνεται επίσης ότι η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης διατηρούσε τα υπάρχοντα αγιάσματα Αγίας Κυριακής, Αγίας Σολομονής και Αγίου Παύλου έξω από τα ανατολικά τείχη και έξω από τα δυτικά το αγίασμα της Αγίας Παρασκευής. Μάλιστα κάποια αμυδρή εικόνα του τρόπου οικονομικής εκκλησιαστικής διαχείρισης μαρτυρείται με την παραχώρηση της μισής ενορίας του Αγίου Αθανασίου και των αγιασμάτων αυτών από το μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Μελέτιο (1674-1680) στο νέο μέγα οικονόμο της μητροπόλεως ιερέα Ιάκωβο (Γιακουμή). Όμως, εκτός από τις δυσκολίες που προερχόταν από τους κατακτητές, στον εκκλησιαστικό χώρο σημειώθηκαν και δυσκολίες που προερχόταν από τις διενέξεις μεταξύ εκκλησιαστικών και κοσμικών αρχόντων, όπως όταν το Πατριαρχείο απένειμε κάποια τιμή στον Λάσκαρη Ασάνη, διχάστηκε η χριστιανική κοινότητα και εξέπεσε από το θρόνο του ο μητροπολίτης Νεόφυτος Δαμαλάς ο εκ Χίου (1680-1687), φυλακίστηκε στο Επταπύργιο και αντ’ αυτού εξελέγη ο Μεθόδιος (1687-1696).
Μέχρι τα μέσα του 17ου αι., παρατηρείται όμως κάποια πνευματική κίνηση στο μουσουλμανικό και τον εβραϊκό χώρο της Θεσσαλονίκης, εφόσον αναδεικνύονται μεταξύ των δερβισών ποιητές μουσουλμάνοι της «αγνής ποίησης», όπως ο Σεναζί Τσελεμπί, ενώ οι εβραίοι επιδίδονται στο εμπόριο και στα γράμματα, ιδρύοντας αρκετά σχολεία, χρησιμοποιώντας δασκάλους (200), συγκροτώντας βιβλιοθήκες και ιδίως αναπτύσσοντας σε πολύ μεγάλο βαθμό το εμπόριο. Έτσι η μετατροπή των μεγάλων ναών σε τζαμιά (48), οι τεκέδες, οι συναγωγές (36), τα δημόσια (11) και ιδιωτικά (300) λουτρά, τα χάνια (16), τα ταβερνεία, οι αγορές, τα μουσουλμανικά, εβραϊκά ή και κάποια χριστιανικά ιδρύματα (φρενοκομείο) και οι αντίστοιχες συνοικίες (48 μουσουλμάνων, 56 εβραίων, 16 χριστιανών) προσδίδουν ανατολίτικο χαρακτήρα στην όψη της πόλης.
Ωστόσο από τα μέσα του 17ου αι. η ακμή της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης κάμπτεται αισθητά, εξαιτίας αφενός του τουρκοβενετικού πολέμου στην Κρήτη (1645-1669) και αφετέρου των ιδεών του ψευδοπροφήτη των εβραίων Σαμπετάι Σεβί. Έτσι η οικονομική κατάρρευση των Βενετών είχε άμεση επίπτωση στο οικονομικό εμπόριο των εβραίων της Θεσσαλονίκης, αφού υπήρχε στενός σύνδεσμος μεταξύ τους για την προώθηση των διαφόρων προϊόντων, ενώ το κήρυγμα του υποδυόμενου τον μεσσία Σαμπετάι Σεβί δίχασε την εβραϊκή κοινότητα, αφού ο ίδιος απέκτησε φήμη σ’ Ανατολή και Δύση, συνελήφθηκε από τους Τούρκους, φυλακίστηκε στην Κωνσταντινούπολη, αναγκάστηκε να εξισλαμισθεί μπροστά στο σουλτάνο στην Αδριανούπολη (1666) και προπάντων μαζί μ’ αυτόν και το πλήθος των οπαδών του, που αποτέλεσαν και τη μερίδα των “ιουδαιομουσουλμάνων” ή “ντονμέδων”.
Από την άλλη βέβαια η αύξηση του χριστιανικού πληθυσμού με τη συνεχιζόμενη μεταναστευτική κίνηση, σε συνδυασμό με την αναφερθείσα οικονομική και πνευματική παρακμή της εβραϊκής κοινότητας, θα σημάνει και τη δημιουργία των προϋποθέσεων εκείνων για τη συγκρότηση της επαγγελματικής τάξης των Ελλήνων και την ανάπτυξη του εμπορίου. Ιδιαίτερα σημαντικό ιστορικά είναι το γεγονός ότι από τις αρχές του 18ου αι. επικρατεί ειρήνη σ’ ολόκληρο το μεσογειακό χώρο, που επιτρέπει την εμπορική διείσδυση των δυτικών ναυτικών χωρών στην Ανατολή και στο χώρο της Θεσσαλονίκης. Η άφιξη των Γάλλων με την ίδρυση προξενείου (1700), τη δημιουργία του φραγκομαχαλά και το χτίσιμο από τους Ιησουΐτες του ναού του Αγίου Λουδοβίκου (1744), καθώς και η άφιξη των Άγγλων με την ίδρυση προξενείου (1718) και των άλλων εμπόρων (Ιταλών, Ολλανδών, Δανών, Σουηδών, Αυστριακών, Γερμανών, Ελβετών 1760 και Ρώσων 1774), δίδουν σημαντική ώθηση στην ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης. Εκτός αυτών όμως οι ιστορικές συγκυρίες με τις διεθνούς σημασίας συνθήκες (Κάρλοβιτς 1699, Πασάροβιτς 1718, Βελιγραδίου 1739, Κιουτσούκ Καϊναρττζή 1774) δημιουργούν τις θεμελιώδεις βάσεις ώστε οι Έλληνες να πάρουν στα χέρια τους μέρος του εξωτερικού εμπορίου και οι βόρειες ελληνικές περιοχές, κυρίως η Θεσσαλονίκη, να αναπτύξουν σημαντικά το εμπόριο της οθωμανικής αυτοκρατορίας στο χώρο της Βαλκανικής και της Ευρώπης. Αν από τα μέσα του 18ου ως τις αρχές του 19ου αι. τα 2/3 του εμπορίου της Θεσσαλονίκης βρίσκεται στα χέρια των Ελλήνων, με ανάπτυξη και της βιοτεχνίας, η προστασία των ξένων δυνάμεων συγκεντρώνει μεγάλο μερίδιο συμβολής, αφού βοηθά στη διασφάλιση των απαιτούμενων ενεργειών από τους κατακτητές (έκδοση ειδικών βερατίων κ.λ.π.).
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο των ευνοϊκών συνθηκών η ελληνική αστική τάξη αποκτά ευρωστία, ενώ παρουσιάζονται ευεργέτες που δείχνουν ενδιαφέρον στα ζητήματα της χριστιανικής κοινότητας, στον τομέα της ίδρυσης, λειτουργίας και συντήρησης σχολείων ή ιδρυμάτων, στην ανακαίνιση ή στις επισκευές ναών, στην επίλυση κοινωνικών και πνευματικών ζητημάτων και γενικά στην πνευματική άνοδο και καλλιέργεια του Ελληνισμού.
Η ελληνική παιδεία μπαίνει σε πορεία καλλιέργειας και προόδου, αφού μαρτυρείται η λειτουργία της «Ελληνικής Σχολής» από το 1716 με δασκάλους τον αριστοτελικό λόγιο Γιαννό ή Γιαννακό και το σπουδαίο λόγιο Κοσμά Μπαλάνο (1750-1558) από τα Ιωάννινα, αλλά και του «Ελληνομουσείου» με δασκάλους τον Αθανάσιο Πάριο (1758-1762, 1777-1786), το λόγιο ιερομόναχο Ιωνά Σπαρμιώτη (μετά το 1770), τον Ιωάννη Κοντό και τον Αναστάσιο Καμπίτη (1806-1822). Το μεγάλο ενδιαφέρον των Θεσσαλονικέων για τα ελληνικά γράμματα αποδεικνύεται επίσης και από την μαρτυρία αιτήματός τους για λειτουργία και άλλης επιπλέον σχολής με δάσκαλο το μοναχό Παχώμιο, μαθητή του Μεθοδίου Ανθρακίτη.
Ενδεικτικό στοιχείο του πνευματικού επιπέδου, που άρχισε να δημιουργείται στη Θεσσαλονίκη κατά την εν λόγω περίοδο, αποτελούν και οι αλληλοσυγκρουόμενες ιδεολογικές τάσεις ή αντιλήψεις των λογίων, ακόμη και οι έριδες που σχετίζονται και εκφράζουν τις νέες πνευματικές εξελίξεις που σημειώνονται στο χώρο της Θεσσαλονίκης αλλά και ευρύτερα της Μακεδονίας στη διάρκεια του 18ου αιώνα. Έτσι στη διένεξη μεταξύ αριστοτελικών και αντιαριστοτελικών (1700-1730), με εκπροσώπους το δάσκαλο Γιαννακό και το μοναχό Παχώμιο αντίστοιχα, διακρίνεται η απήχηση των φιλοσοφικών και θρησκευτικών ρευμάτων της Δύσης (του ισπανού Λουδοβίκου de Molina 1536-1600 και του γάλλου Νικολάου Malebranche 1638-1715) αλλά και οι προσωπικές τοποθετήσεις και θέσεις λογίων της εποχής, όπως του Μεθοδίου Ανθρακίτη 1660-1736. Αν και η Εκκλησία καταδίκασε βέβαια τους πρωτεργάτες και των δύο μερίδων, πρέπει να επισημανθεί ιστορικά το γεγονός της εμφάνισης πλέον στη Θεσσαλονίκη και ευρύτερα στη Μακεδονία του πνεύματος της ελεύθερης διακίνησης ιδεών και της κριτικής τακτικής από τις πρώτες κιόλας δεκαετίες του 18ου αιώνα. Αλλά και το κίνημα των Κολλυβάδων (1754-1819), αν και ξεκίνησε ως απλή θρησκευτική έριδα στο χώρο του Αγίου Όρους και αφορούσε το ζήτημα της αμφισβήτησης της κανονικότητας τέλεσης των μνημοσύνων κατά τις Κυριακές, έλαβε ευρύτατες διαστάσεις, καθότι έφερε ουσιαστικά στο προσκήνιο το θέμα της ακεραιότητας και αυτονομίας της παράδοσης και πνευματικότητας της Ορθοδοξίας, μπροστά από τα νέα ιδεολογικά ρεύματα της Δύσης. Έτσι η διαμάχη ανάμεσα στους λόγιους που αγωνιζόταν για την ανανέωση του υπόδουλου Ελληνισμού με τα αγαθά της παιδείας που καλλιεργούνταν στη Δύση και στους λόγιους που αγωνιζόταν για την ανανέωση του ορθόδοξου λαού με βάση τα αγαθά της παιδείας της αυθεντικής και ζυμωμένης με το λαό ορθόδοξης παράδοσης της Ανατολής, θα δημιουργήσει ένταση και οξύτατες αντιθέσεις. Η Θεσσαλονίκη, μέσα από την αφυπνιστική δυναμικότητα της ορθόδοξης πνευματικότητας, που από τον 14ο αι. είχε ιδιαίτερα αφομοιώσει, αλλά και κάτω από τις δεινές συνέπειες της άλωσης (1430), την έντονη μουσουλμανική παρουσία ή τον εβραϊκό εποικισμό και τις ανυπέρβλητες συνθήκες επιβίωσης του χριστιανικού πληθυσμού στους τέσσερις αιώνες δουλείας που είχε περάσει, ήταν σε θέση να δώσει το παρόν στα διαδραματιζόμενα ιδεολογικά ζητήματα του 18ου αιώνα. Εκτός από τους άλλους εκπροσώπους του κολλυβαδικού κινήματος (Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης 1720-1784, Μακάριος Νοταράς μητροπολίτης Κορίνθου 1765-1769, Νικόδημος ο Αγιορείτης 1789-1809), που εναρμόνισαν τις παιδευτικές τους ενέργειες στο στόχο του κινήματος, ιδιαίτερα μαχητικός αναδείχθηκε και ο λόγιος ιερομόναχος Αθανάσιος ο Πάριος (1721-1813), πολυγραφότατος συγγραφέας της εποχής και αρχηγός του κινήματος, ο οποίος με το διδακτικό του έργο ειδικότερα στη Θεσσαλονίκη (1758-1762 και 1777-1786) και στη μονή Βλατάδων, συνέβαλε στον τονισμό των στοιχείων που προσδιόριζαν την ταυτότητα της ορθόδοξης παράδοσης. Ωστόσο όλη η εξέλιξη της διαμάχης αυτής με τις συνοδικές αποφάσεις (1772-1819), τις προσπάθειες συμβιβασμού των αντιμαχομένων, την καταδίκη του Αθανασίου Παρίου (1776) ή την άρση της καταδίκης, πρέπει να σημειωθεί ότι ιστορικά αποδεικνύει πως ήταν αναπόφευκτο το γεγονός της συνάντησης των θέσεων αυτών με τις ιδέες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και τις αντιλήψεις των εκπροσώπων του (Αδαμαντίου Κοραή 1748-1833, Δημητρίου Καταρτζή ή Φωτιάδη 1730-1807 κ.ά. ∙ από την άλλη μαρτυρεί την ύπαρξη υψηλού πνευματικού επιπέδου στο χώρο της Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό μάλιστα και με το ότι κατά τη χρονική αυτή περίοδο αποτελεί το κυριότερο οικονομικό κέντρο όχι μόνο του Ελλαδικού χώρου αλλά και εκείνου όλης της χερσονήσου του Αίμου.
Έτσι στα τέλη του 18ου και στην πρώτη εικοσαετία του 19ου αιώνα βλέπουμε να παρουσιάζεται και κάποια ενδιαφέρουσα οικοδομική δραστηριότητα, αν εξαιρέσουμε τις αρνητικές συνέπειες που ασφαλώς είχε στην οικονομική και πνευματική ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης ο ρωσοτουρκικός (1768-1774) αλλά και οι ναπολεόντιοι πόλεμοι (1792-1814), αφού επέτειναν τις οικονομικές συγκρούσεις και τους ανταγωνισμούς των ευρωπαϊκών δυνάμεων στο λιμάνι. Έτσι οι επισκευές ή ανακαινίσεις ναών (Λαγωδιανή 1802, Άγιος Μηνάς 1806, Άγιος Αθανάσιος, Παναγούδα, Παναγία Δεξιά – Άγιος Υπάτιος, Άγιος Κωνσταντίνος, Μεγάλη Παναγία 1818), μπορούν να συνθέσουν τα γνωρίσματα του τύπου των μεταβυζαντινών αυτών ιστορικών μνημείων της Θεσσαλονίκης της περιόδου της τουρκοκρατίας. Μέσα ακόμη στο γενικό πλαίσιο της προόδου των χρόνων αυτών ίσως πρέπει να συμπεριληφθεί και η ανάπτυξη της λαϊκής αρχιτεκτονικής με τα αρχοντικά της Θεσσαλονίκης αλλά και εκείνη της εκκλησιαστικής χρυσοκεντητικής, της βυρσοδεψίας και της χαλκευτικής, δεδομένου και του στοιχείου της οργανωμένης σε συντεχνίες (εσνάφια) επαγγελματικής ζωής των κοινοτήτων.
3. Η πορεία προς την απελευθέρωση και ο εξαιρετικά ευεργετικός ρόλος της Εκκλησίας (1821-1912)
Η αναγέννηση της οικονομικής, δημογραφικής και πνευματικής ζωής των χριστιανών της Θεσσαλονίκης και ευρύτερα της Μακεδονίας, που είχε σημειωθεί στο 18ο και στις αρχές του 19ου αι., δέχεται βαρύτατο πλήγμα στη συνέχεια με τις ειδήσεις για το κίνημα στη Μολδοβλαχία και την εξέγερση της Πελοποννήσου (1821). Αν και η ισχυρή παρουσία του μουσουλμανικού στοιχείου στην πόλη δεν θα επέτρεπε εμφανώς τον ξεσηκωμό, η συμβολή της Θεσσαλονίκης και του μακεδονικού χώρου σ’ αυτόν ήταν σημαντική. Αφορμή για επικράτηση, την επόμενη κιόλας ημέρα, κλίματος τρομοκρατίας, λεηλασιών, συλλήψεων, φυλακίσεων και εκτελέσεων ικανού αριθμού Θεσσαλονικέων (Μελετίου επισκόπου Κίτρους που ήταν τοποτηρητής του Θεσσαλονίκης Ιωσήφ ιερομάρτυρα 1815-1821, παπα-Γιάννη ιερέα του Αγίου Μηνά, Χριστ. Μπαλάνου, Κ. Τάττη, Γ. Πάικου, Χρ. Μενεξέ, κ.ά. προκρίτων της χριστιανικής κοινότητας) υπήρξε όταν οι νέοι του Πολυγύρου κήρυξαν την επανάσταση στη Χαλκιδική (17/5/1821). Την μήνι των τούρκων κατακτητών δέχονται και οι χριστιανικοί ναοί που όσοι δεν είχαν μετατραπεί σε τζαμιά μετατρέπονται σε φυλακές ή καταστρέφονται κειμήλια και σημαντικά ελληνικά χειρόγραφα που είχαν μέχρι τότε διατηρηθεί (καύση από τον Μεχμέτ Εμίν χειρογράφων από το ναό της Αγίας Σοφίας). Η επώδυνη αυτή κατάσταση θα κατευνάσει κάπως, μόνο όταν ο τούρκος διοικητής Μεχμέτ Εμίν θα αντικατασταθεί (18/8/1823) από τον Ιμπραήμ πασά. Όμως οι επιπτώσεις είναι βαθύτερες, εφόσον αδιαμφισβήτητα σημειώνεται εξασθένηση του πληθυσμού των χριστιανών, εισροή μουσουλμάνων, σλάβων και εβραίων στην πόλη και ιδίως αφού μειώνεται στο έπακρο η κίνηση στο λιμάνι, μέχρι τουλάχιστον το 1835.
Τα επόμενα ιστορικά γεγονότα, με τη σύσταση του ελληνικού κράτους (1830), με την οικονομική διείσδυση των Ευρωπαίων στην Ανατολή και στη Μακεδονία (αγλοτουρκική εμπορική σύμβαση Balta-Liman 1838), με τη δημοσίευση του Hatti Serif Gulhane (1839) και με τη λήξη του κριμαϊκού πολέμου (1853-1856), οπότε η Τουρκία αναγκάζεται να εκδώσει το Hatti Humayun (1856), μεταβάλλουν ουσιαστικά τα πράγματα. Ο διορισμός από το ελληνικό κράτος προξένου (Θ. Βαλλιάνος 2/2/1835) στη Θεσσαλονίκη με αρμοδιότητα σ’ όλη τη Μακεδονία δημιουργεί αμεσότερο σύνδεσμο και καλλιεργεί την αίσθηση βοήθειας και προστασίας, ενώ οι διοικητικές μεταρρυθμίσεις με το Hatti Humayun (1856) επιφέρουν σημαντική βελτίωση στο σύστημα αυτοδιοίκης των χριστιανών. Έτσι, με βάση: τη διατήρηση των υπαρχόντων προνομίων, το δικαίωμα υποβολής στην Υψηλή Πύλη από κάθε θρησκευτική κοινότητα σχεδίου μεταρρυθμίσεων και βελτιώσεων των προνομίων, τους «Γενικούς Κανονισμούς περί διευθετήσεως των εκκλησιαστικών και εθνικών πραγμάτων των κατά τον Οικουμενικόν Θρόνον διατελούντων Ορθοδόξων Χριστιανών, υπηκόων της Α.Α. μεγαλειότητος του σουλτάνου» και το νόμο περί βιλαετίων (1865) επιτεύχθηκε τελικά η δημοσίευση (1871) του πρώτου Κανονισμού της κοινοτικής διοίκησης των δημογερόντων Θεσσαλονίκης, που ανανεώθηκε με τους Κανονισμούς 1886, 1892 και 1904, ώστε να ρυθμίζονται πλέον οι λεπτομέρειες του κοινοτικού βίου του εκκλησιαστικού πληρώματος. Η «Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα Θεσσαλονίκης», κατά την ονομασία των κανονισμών, διέθετε κυρίως δύο θεσμούς, της “Δημογεροντίας” και της “Αντιπροσωπείας”, ενώ σημαντικό στοιχείο για τον πνευματικό και καθημερινό βίο του εκκλησιαστικού πληρώματος της Θεσσαλονίκης φαίνεται να αποτελούν οι παράγοντες της Εκκλησίας, της αυτοδιοικούμενης κοινότητας και των συντεχνιακών ενώσεων, μέσα βέβαια στο πλαίσιο της συνύπαρξης με τις άλλες θρησκείες και τα μέλη των άλλων αυτοδιοίκητων κοινοτήτων (60.000 κάτοικοι, 30.000 μουσουλμάνοι, 16.000 χριστιανοί, 12.000 εβραίοι, 2.000 ξένοι έμποροι και 500 οικογένειες ντονμέδες).
Ο ρόλος της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης την περίοδο αυτή, όπως εξάλλου και σ’ όλους τους αιώνες της δουλείας, ήταν εξαιρετικά ευεργετικός, εφόσον υπήρξαν σημαντικοί ιεράρχες που στάθηκαν στο ύψος της αποστολής τους, προωθώντας τα ζητήματα της χριστιανικής κοινότητας. Ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, ως ανώτατος θρησκευτικός αρχηγός και πολιτικός άρχων της πόλης, μέσα στο πλαίσιο των εθναρχικών προνομίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εκτός από το ότι ασκούσε τη διοίκηση της χριστιανικής κοινότητας σε συνεργασία με την 8/μελή Δημογεροντία και την 24/μελή Επιτροπή, ήταν και ποιμενάρχης όλων των χριστιανών που βρισκόταν και στις επισκοπές της δικαιοδοσίας του (Αρδαμερίου, Καμπανίας, Κίτρους, Ρεντίνης, Λυκοστομίου και Πλαταμώνος, Σερβίων, Πέτρας και Ιερισσού). Βέβαια την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, θα πρέπει να σημειωθεί, παρατηρούνται και κάποιες διαφοροποιήσεις σχετικά με τις επισκοπές. Έτσι οι επισκοπές Βεροίας και Κασσανδρείας γίνονται μητροπόλεις, οι επισκοπές Λιτής και Δρουγουβιτίου προσαρτώνται στις εκκλησιαστικές επαρχίες Βεροίας, Καμπανίας και Πολυανής, το 1881 καταργείται η επισκοπή Πλαταμώνος με το ένα μέρος να υπάγεται στην επισκοπή Πέτρας και το άλλο στην επαρχία Λαρίσης (1899), η επισκοπή Σερβίων αποσπάται από την Θεσσαλονίκης και συστήνεται έκτοτε η μητρόπολη Σερβίων και Κοζάνης (1882) και η επισκοπή Πέτρας συγχωνεύεται τελικά με τη μητρόπολη Ελασσώνος και την επισκοπή Κίτρους (1896).
Κάτω από τις προϋποθέσεις λοιπόν αυτές δημιουργείται ένα πλαίσιο ανάπτυξης της Θεσσαλονίκης, εφόσον μαρτυρείται να ξαναζωντανεύει το λιμάνι, να ολοκληρώνεται με βάση τη Θεσσαλονίκη το σιδηροδρομικό δίκτυο (Θεσσαλονίκη – Βελιγράδι 1871-1881, Θεσσαλονίκη Μοναστήριο 1892-1894, Θεσσαλονίκη – Κωνσταντινούπολη 1893-1896), να εγκαινιάζεται η χρήση του τραμ, να κινείται το τραπεζικό κεφάλαιο, να αναπτύσσεται υποτυπωδώς η βιομηχανία και να αναδεικνύονται εμπορικοί οίκοι Ελλήνων (1851 Αργ. Ματθαίου, Θεαγ. Χαρίση, Π. Ρογκότη, Δημ Μπαλάτση, Ιω. Παυλίδη κ.ά.).
Επομένως το ευνοϊκό αυτό περιβάλλον, που δημιουργείται τον 19ο αι. στο χώρο της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας, θα δώσει σημαντική ώθηση αλλά και θα καταγράψει αξιόλογη άνοδο του επιπέδου της πνευματικής ζωής του αλύτρωτου Ελληνισμού, μέσα και στις δυνατότητες για στήριξη και βοήθεια από το συσταθέν ελληνικό κράτος (ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών 1837, ίδρυση Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων 1869). Έτσι, αν το χρονικό διάστημα 1821-1830 είχε διακοπεί η λειτουργία των σχολείων, από τα μέσα του 19ου αι. καταγράφεται κάποια σημαντική εκπαιδευτική κίνηση. Η λειτουργία του “Ελληνικού Σχολείου” με βάση τις αλληλοδιδακτικές μεθόδους (1845), η μεταστέγασή του ως “Ελληνική Σχολή” (1850) στο δωρηθέν οίκημα υπό του εκ Θεσσαλονίκης καταγομένου επισκόπου Σερβίων και Κοζάνης Βενιαμίν (1815-1849), η ίδρυση του “Ανώτερου Κεντρικού Παρθεναγωγείου” σε οίκημα της Μαριγώς Καρανικόλα και επιχορήγηση των Ελισάβετ Καστριτσίου, Θεαγένη Χαρίση κ.ά., η προαγωγή της “Ελληνικής Σχολής” σε “Γυμνάσιο” (1868, το 1869 5/τάξιο και το 1873 7/τάξιο), με τη σπουδαία βιβλιοθήκη του, στην οποία μάλιστα ενσωματώθηκε και η συλλογή βιβλίων και χειρογράφων της Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης και συμπεριλήφθηκαν τα βιβλία που έστελνε ο “Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων” από την Αθήνα, η ίδρυση του “Ελληνικού Διδασκαλείου” (1875), του πρώτου ανώτερου εκπαιδευτικού ιδρύματος στην Ανατολή, που κατάρτιζε μαζί με το αναφερθέν “Ανώτερο Κεντρικό Παρθεναγωγείο” τους δασκάλους και τις δασκάλες της Μακεδονίας κ.ά. υπόδουλων επαρχιών, η ίδρυση του “Μαράσλειου Ελληνικού, Πρακτικού και Εμπορικού Λυκείου” (τελ. 19ου αι.) από τον ιερομόναχο Στέφανο Νούκα και τις δωρεές του ευεργέτη Γρ. Μαρασλή και η επανίδρυση του Νυκτερινού Σχολείου (1906) με την πρωτοβουλία του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, μπορούν να συνθέσουν κάποια εικόνα των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της Θεσσαλονίκης την περίοδο αυτή. Η συμμετοχή επίσης των μαθητών σ’ όλα τα σχολεία Θεσσαλονίκης, όπως μαρτυρείται συγκεκριμένα κατά το 1871 (1561μαθητές, 714 αγόρια και 688 κορίτσια από τη Θεσσαλονίκη και 159 αγόρια και κορίτσια από την επαρχία), μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητική σε αναλογία με τις ιστορικές συνθήκες, τις περιστάσεις ή τις δυνατότητες που είχε ο καθημερινός βίος των χριστιανών της Θεσσαλονίκης και των εγγύς σ’ αυτήν επαρχιών.
Εκτός από τη σημαντική προσφορά αξιόλογων λογίων ιεραρχών, μητροπολιτών Θεσσαλονίκης και επισκόπων του χώρου της Μακεδονίας, η συμβολή επίσης λόγιων ανδρών καταγράφεται ιστορικά πολύτιμη στη γενική προσπάθεια ανόδου του πνευματικού επιπέδου της ελληνικής παιδείας στο 19ο και στις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Μαργαρίτης Δήμιτσας από την Αχρίδα, φιλόλογος και αρχαιολόγος, συνδέεται με την προαγωγή της Ελληνικής Σχολής σε Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης (1868). Επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ζήλο στην ιστορία και τον πολιτισμό της Μακεδονίας, θεωρείται ο πρώτος που επισημαίνει τη φράση του Στράβωνα «{εστι μ`εν ο@υν ] Ελλάς κα`ι ]η Μακεδονία», συγγράφοντας και το έργο “Μακεδονικά”. Ο Δημήτριος Μαρούλης από την Ήπειρο, με σπουδές στη Γερμανία, διευθύνει το Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης (1869) και το όνομά του συνδέεται με τη μεταρρύθμιση των δημοτικών σχολείων Θεσσαλονίκης κατά τα πρότυπα των γερμανικών. Ο Χαρίσιος Παπαμάρκου από τη Βελβενδό (1844-1896), γενικός επιθεωρητής του Υπουργείου Παιδείας της ελεύθερης αργότερα Ελλάδος και συντάκτης εκπαιδευτικών νομοσχεδίων για τη δημοτική εκπαίδευση, φέρεται ιδρυτής και δάσκαλος του Ελληνικού Διδασκαλείου Θεσσαλονίκης (1875-1882) αλλά και συγγραφέας μελετών σχετικών με την εκπαίδευση και τον Πλάτωνα. Το όνομα του Ιωάννη Δέλλιου, σημαντικού εκπαιδευτικού των χρόνων αυτών, συνδέεται με την αναδιοργάνωση των σχολείων Σερρών αλλά και με τη διεύθυνση του Γυμνασίου Θεσσαλονίκης (1888). Ο Πέτρος Παπαγεωργίου (1859-1914), παιδαγωγός και φιλόλογος, γεννημένος στη Θεσσαλονίκη επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στη φιλολογική έρευνα αλλά και στην περισυλλογή αρχαιολογικών και ιστορικών στοιχείων για τη Θεσσαλονίκη που βρισκόταν διάσπαρτα στην πόλη, θεωρούμενος μάλιστα από τις αντιπροσωπευτικότερες μορφές των ελληνικών γραμμάτων της εποχής στο χώρο της Θεσσαλονίκης και ευρύτερα της Μακεδονίας.
Στο κοινό ταμείο της πνευματικής καλλιέργειας και προόδου γενικά του μακεδονικού Ελληνισμού εκτός από το έμψυχο δυναμικό σημαντική θεωρείται και καταγράφεται η συμβολή των οργανωμένων εκπαιδευτικών, πολιτιστικών και φιλανθρωπικών συλλόγων (Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος 1872, Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών 1871, Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών 1872, Ελληνική Λέσχη 1878, Όμιλος Φιλομούσων 1889, Ομόνοια 1895, Ορφεύς 1901, Εθνικός Σύνδεσμος 1908 κ.ά.), καθώς επίσης και η προσφορά του τύπου, με την ίδρυση και λειτουργία τυπογραφείων (1850, 1852, 1867/8) και την κυκλοφορία εφημερίδων (Ερμής 1875, Φάρος Μακεδονίας 1881-1897, Φάρος Θεσσαλονίκης 1895-1912, Έθνος 1910, Αλήθεια 1903, Μακεδονία 1911 κ.ά.). Ωστόσο δεν μπορεί να αγνοηθεί και η πολύτιμη προσφορά των σπουδαίων εθνικών ευεργετών (ενδεικτική αναφορά: Ιω. Παπάφης 1792-1886, Γρ. Μαρασλής 1831-1907, αδελφοί Θεαγένη 1806-1866 και Δημήτριος Χαρίσης 1814-1887, Ιωάννης Πρασακάκης και Πουλχερία Χαρίση-Πρασακάκη κ.ά) στην αλύτρωτη Θεσσαλονίκη και όχι μόνο, με τη βοήθεια των οποίων ασκήθηκε το έργο της φιλανθρωπίας και καλύφθηκαν οι ανάγκες της ελληνικής παιδείας, σε επίπεδο μάλιστα περίπου όμοιο με εκείνο του ελευθερωμένου τότε τμήματος της Ελλάδος.
Κάτω από την σημειωθείσα πνευματική αυτή πρόοδο του Ελληνισμού της υπόδουλης Θεσσαλονίκης και Μακεδονίας συνειδητοποιείται ακόμη περισσότερο η δεινή κατάσταση της δουλείας, ενώ ενεργοποιείται εντονότερα και ο πόθος του ξεσηκωμού, με βάση την περιρρέουσα ατμόσφαιρα δυσαρέσκειας που επικρατούσε για την τουρκική διοίκηση (αντικατάσταση του σουλτάνου Αβδούλ Αζίζ 1861-1876 του Μουράτ), το γεγονός της σφαγής των προξένων Γαλλίας και Γερμανίας (6/5/1876) αλλά και το αρνητικό για την Τουρκία κλίμα μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο (1877-1878). Μπροστά από την κατάσταση αυτή η Εκκλησία της Θεσσαλονίκης πρωτοστατεί στην οργάνωση του αγώνα (ο μητροπολίτης Ιωακείμ οργανώνει μυστικές συνεδριάσεις με τους προκρίτους, καταρτίζει επιτροπές για την εκτίμηση της υπάρχουσας δυναμικότητας, αποστέλλει εμπιστευτικές επιστολές στους ιεράρχες της περιοχής της Μακεδονίας – Κίτρους Νικόλαο, Ιερισσού Θεόκλητο κ.ά – περιοδεύει στο μακεδονικό χώρο, κατευθυνόμενος προς το Άγιον Όρος). Στις προσπάθειες αυτές συμμετέχει ενεργά το ελληνικό προξενείο προετοιμάζοντας το κίνημα για απελευθέρωση (ο πρόξενος Κ. Βατικιώτης επιδίδεται στην αποστολή όπλων και στη συλλογή πληροφοριών και μηνυμάτων από κάθε γωνιά της μακεδονικής γης). Αν όμως στην περιοχή της Χαλκιδικής δεν υπάρχει αποτέλεσμα, καθότι οι Τούρκοι υποπτεύονται τις κινήσεις του μητροπολίτη Ιωακείμ, η περιοχή του Ολύμπου με πρωτοβουλία του επισκόπου Κίτρους Νικολάου και των προκρίτων της περιοχής κατορθώνει να ξεσηκωθεί (8/1/1878), μα δέχεται βαριές συνέπειες από τους κρατούντες με φρικαλεότητες και την αναγκαστική φυγή των κατοίκων. Το μεγάλο αυτό προσφυγικό κύμα δέχεται η Θεσσαλονίκη, ενώ το έργο της φιλανθρωπίας και της περίθαλψης αναλαμβάνει υπεύθυνα η μητρόπολη αλλά και το ελληνικό προξενείο.
Αν όμως στα τέλη του 19ου αι. η Θεσσαλία και μέρος της Ηπείρου κατορθώνουν να ενταχθούν στο ελεύθερο τμήμα της Ελλάδας (1881), η Θεσσαλονίκη και ευρύτερα ο χώρος της Μακεδονίας συνεχίζουν να μένουν κάτω από την οθωμανική κυριαρχία. Ωστόσο, ενώ οι μεγάλες δυνάμεις επιδεικνύουν εντονότερο το ενδιαφέρον τους γι’ αυτές, οι προς τα νότια βλέψεις της Βουλγαρίας αλλά και τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα (βουλγαρικό σχίσμα 1870, ίδρυση βουλγαρικού κράτους 1878, πραξικοπηματική κατάληψη της Αν. Ρωμυλίας 1885, δημιουργία βουλγαρικής συνοικίας στη Θεσσαλονίκη) δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για περαιτέρω αναβρασμό ή και ένοπλη ακόμη δράση των Βουλγάρων (ομάδες βουλγαρικού κομιτάτου) στο χώρο της Μακεδονίας με κέντρο τη Θεσσαλονίκη. Μπροστά από τη σκληρή ένοπλη αυτή πάλη (βούλγαροι κομιτατζήδες), τις αποτυχημένες απόπειρές τους (1902 και 1903) και τις τρομοκρατικές δράσεις τους μέσα στη Θεσσαλονίκη, σύσσωμη η αντίδραση του Ελληνισμού γράφει σημαντικές σελίδες του κυρίως μακεδονικού αγώνα (1904-1908). Ο καταρτισμός ένοπλων ομάδων από την ελληνική κυβέρνηση του Γ. Θεοτόκη, η τροφοδοσία πολεμικού υλικού και οι συνεννοήσεις του ελληνικού προξενείου, οι μυστικές ενέργειες και η καλλιέργεια του ακμαίου φρονήματος του λαού μέχρι αυτοθυσίας από την Εκκλησία σε επίπεδο μητρόπολης και επισκοπών (εθνομάρτυρες ιεράρχες: Κίτρους Νικόλαος 1840-1883, Πελαγονίας Ιωακείμ Φορόπουλος 1859-1909, Κασσανδρείας Ειρηναίος 1864-1945, Ξάνθης και μετέπειτα Θεσσαλονίκης Ιωακείμ Σγουρός 1864-1912, Καστορίας Γερμανός Καραβαγγέλης 1866-1935, Δράμας Χρυσόστομος Καλαφάτης 1867-1922, Γρεβενών Αιμιλιανός 1877-1911 κ.ά.) και η ολόθυμη συμμετοχή πλείστων ιερωμένων λογίων, δασκάλων και απλών ανθρώπων στον ιερό σκοπό είχε ως αποτέλεσμα την αναπτέρωση των ελπίδων του Ελληνισμού για την οριστική κατόπιν απελευθέρωση.
Ωστόσο ο ιδεολογικός χώρος της Θεσσαλονίκης δέχεται τις επιδράσεις από τα κοινωνιστικά ιδεολογικά ρεύματα της Ευρώπης με αποτέλεσμα να ξεσπάσει η πολιτική επανάσταση των Νεοτούρκων (23/7/1908) που επαγγελόταν συναδέλφωση όλων των εθνοτήτων της Μακεδονίας, σεβασμό των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, ισότητα και ελευθερία όλων και παροχή συντάγματος. Από τον Ιανουάριο όμως του 1910 αποκαλύπτεται το πραγματικό περιεχόμενο της πολιτικής γραμμής των Νεοτούρκων (ψήφιση αντεργατικών νόμων, δίωξη στελεχών εργατικών σωματείων κ.λ.π.), οπότε ουσιαστικά γίνεται φανερός ο εθνικιστικός στόχος και η προσπάθεια σταδιακής απορρόφησης των άλλων εθνοτήτων από τους Τούρκους, καθώς και η κατάργηση των προνομίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Συνέπεια αυτών των δεδομένων είναι η πρόκληση και πάλι των έντονων αντιθέσεων των εθνοτήτων και τελικά ο σχηματισμός κοινού μετώπου των βαλκανικών κρατών κατά της Τουρκίας με τους βαλκανικούς πολέμους. Στις 26 Οκτωβρίου 1912 επέρχεται το ευνοϊκό αποτέλεσμα με την υπογραφή από τον Χασάν Ταχσίν πασά του πρωτοκόλλου παράδοσης της Θεσσαλονίκης στο διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο, ενώ η πόλη αρχίζει να μεταμορφώνεται σημαντικά, αποκτώντας ξανά το χριστιανικό της χαρακτήρα. Αν όμως επανέρχεται η ορθόδοξη λατρεία στους χριστιανικούς πλέον ναούς και αν αναλαμβάνεται επισταμένη φροντίδα για την περισυλλογή όλων των διασωθέντων κειμηλίων, των ιστορικών πηγών και των μνημείων του ελληνικού πολιτισμού της Θεσσαλονίκης, το ενδιαφέρον των ξένων (Βουλγαρίας, Σερβίας και εβραίων) για την πόλη και το μακεδονικό χώρο δεν παύει, αλλά αντίθετα αυξάνει. Οι υπερβολικές απαιτήσεις της Βουλγαρίας, που εποφθαλμιά τη Θεσσαλονίκη αξιώνοντας δικαιώματα, θα οδηγήσουν σε πολεμικές συγκρούσεις με κατάληξη τον νικηφόρο για την Ελλάδα τερματισμό των βαλκανικών πολέμων (Συνθήκες: Λονδίνου 17/5/1913, Βουκουρεστίου 28//7/1913, Ελληνοτουρκική συνθήκη Αθηνών 1/11/1913, απόφαση των μεγάλων δυνάμεων 31/1/1914) και ουσιαστικά την οριστική ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας στο έδαφος της ελεύθερης Ελλάδας.


















