Θεσσαλονίκης Μητρόπολη.
Α΄. ΠΡΩΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Νικολάου Γρ. Ζαχαρόπουλου Ομ. Καθηγητού Α.Π.Θ. –
πρωτοπρ. Κωνσταντίνου Κωστάκη, δρ. Θεολογίας
Ουσιαστικότατο κεφάλαιο στην Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος αποτελεί η ίδρυση και η διαχρονική πορεία της τοπικής Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης μέχρι σήμερα, με βάση τους ιστορικούς σταθμούς και την διοικητική και πολιτική διάρθρωση της ευρύτερης περιοχής της Μακεδονίας αλλά και γενικότερα του Ελλαδικού χώρου.
1. Το προνομιακό υπόβαθρο της πόλης και της περιοχής
Η πόλη, ενταγμένη γεωπολιτικά στο χώρο της Μακεδονίας, περιοχή με ακμή και αίγλη ιδιαίτερα την περίοδο των Μακεδόνων (2000-148 π.Χ.), ιδρυμένη κατά τον Στράβωνα από το βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρο το 316/15 π.Χ. με το συνοικισμό είκοσι έξι πλησιόχωρων οικισμών και επίκεντρο την αρχαία πόλη Θέρμη, επονομασμένη με το όνομα της γυναίκας του και κόρης του Φιλίππου Β΄, αλλά και προικισμένη φυσικά με την εξαιρετική προνομιακή της θέση, γίνεται ο χώρος στον οποίο βρίσκεται το κέντρο βάρους της μακεδονικής εμπορικής εξέλιξης. Ωστόσο, η αναπτυξιακή αυτή προοπτική δεν μπορεί να μην συμπεριλάβει και την είσοδο σ’ αυτήν ξένων λαών, όπως των Εβραίων ή πολιτισμών, δοξασιών και αντιλήψεων, όπως τη λατρεία των αιγυπτιακών θεοτήτων Σάραπη και Ίσιδας, σύμφωνα με τα ανασκαφικά ευρήματα και τα επιγραφικά λείψανα της περιοχής.
Στους μετέπειτα βέβαια ρωμαϊκούς χρόνους η Θεσσαλονίκη θα αναδειχθεί το σπουδαιότερο πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο στη Βαλκανική. Η ανάδειξή της μετά τη μάχη της Πύδνας (168 π.Χ.) σε πρωτεύουσα του δεύτερου τμήματος της Μακεδονίας (= Macedonia secunda) και μετά το 146 π.Χ. σε πρωτεύουσα της ενοποιημένης επαρχίας της Μακεδονίας (= provincia Macedonia), η οχυρωματική της υποδομή για την αντιμετώπιση των βαρβαρικών επιδρομών ή την επικράτηση των εμφύλιων ρωμαϊκών αναμετρήσεων (49-31 π.Χ.) και η γειτνίασή της με τη “via Egnatia” που ένωνε την Αδριατική με τον Ελλήσποντο και τη Μ. Ασία, κατέστησαν την πόλη κέντρο όλης της χερσονήσου του Αίμου με αξιόλογη εμπορική κίνηση αλλά και με μεγάλη πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη ελληνικού χαρακτήρα, σύμφωνα και με το πλήθος επιγραφών και νομισμάτων της εποχής. Η ανύψωσή της επιπλέον σε ελεύθερη πόλη (= libera civitas) και το δικαίωμα της αυτοδιοίκησης – εκλογή «πολιταρχών» (Πρξ. 17, 6,8), ύπαρξη συγκλήτου, δήμου κ.λ.π.- φανερώνουν εκ των προτέρων τη δυναμική που επρόκειτο να αποκτήσει στην ιστορική πορεία της περιοχής, μέσα βέβαια στο πλαίσιο του συγκεντρωτικού χαρακτήρα της ρωμαϊκής διοίκησης. Η ανοικοδόμηση μεγάλων κτιριακών συγκροτημάτων στο πολιτικό και διοικητικό κέντρο της πόλης κατά την εποχή των Αντωνίνων (138-193) και των Σεβήρων (193-235) αλλά και οι προνομιακοί τίτλοι: «μητρόπολις της Μακεδονίας», «περιφανής των Μακεδόνων μητρόπολις» και «πόλις Θετταλίας κολωνία» αποδεικνύουν τη μεγάλη ακμή και άνθισή της στο 2ο και 3ο μ.Χ. αι. Η μεταφορά της έδρας, επίσης, από τον καίσαρα Μαξιμιανό Γαλέριο (298/99), που διοικούσε με τον αύγουστο Διοκλητιανό το Ανατολικό τμήμα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, από το Σίρμιο της Παννονίας στη Θεσσαλονίκη και η επιβλητική παρουσία του ανακτορικού συγκροτήματος, της αγοράς, της θριαμβευτικής αψίδας, της Ροτόντας κ. ά μεγαλόπρεπων δημόσιων κτιρίων μαρτυρούν την περαιτέρω ανύψωση της πόλης. Η αυτοκρατορική της ιδιότητα σχετίζεται άμεσα και με το νέο πολιτικό προσανατολισμό του ρωμαϊκού κράτους προς την Ανατολή και τη νέα πολιτική ιδεολογία της τετραρχίας, εφόσον με τις μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού και του Μ. Κωνσταντίνου ιδρύεται η ξεχωριστή μεγάλη διοικητική περιφέρεια της υπαρχίας του Ανατολικού Ιλλυρικού με δύο διοικήσεις, της Μακεδονίας και της Δακίας. Η καίρια από στρατηγική άποψη θέση της, ο πλούτος και η ιστορική της παράδοση θα παραμείνουν τα μόνιμα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και στη μετέπειτα ιστορία της. Ωστόσο ο πολιτικός και οικονομικός ρόλος της Θεσσαλονίκης θα συνεχίσει να είναι πρωταγωνιστικός και μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στη θέση του αρχαίου Βυζαντίου. Μέσα στο πλαίσιο της εξέλιξης της Νέας Ρώμης, της Κωνσταντινούπολης, σε κέντρο της αυτοκρατορίας και της οικουμένης, η Θεσσαλονίκη θα χαρακτηρισθεί «η πρώτη μετά την πρώτην» ή «η μετά την μεγάλην παρά Ρωμαίοις πρώτη πόλις».
2. Η ίδρυση και εδραίωση της Εκκλησίας στη Θεσσαλονίκη μέχρι πριν από τους χρόνους του Μ. Θεοδοσίου.
Το προνομιακό αυτό υπόβαθρο της Θεσσαλονίκης μέσα στο όλο πλαίσιο της πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής κατάστασης των κατοίκων δημιουργούσε κατά τον 1ο μ.Χ. αι. πρόσφορο έδαφος για την περαιτέρω πρόοδο προς την χριστιανική αλήθεια. Από τη μια πλευρά, η επικρατούσα πολύμορφη θρησκεία του ελληνικού, αιγυπτιακού και ανατολικού πανθέου, η λατρεία του Καβείρου, ο συγκρητισμός και στη συνέχεια η λατρεία του αυτοκράτορα, σε συνδυασμό με τα ποικίλα θεάματα αγώνων και τέρψεων, όχι μόνο είχαν αρχίσει προ πολλού να μη συγκινούν, αλλά συνέβαλαν σταδιακά στην ηθική υποβάθμιση του λαού και καλλιεργούσαν εξελικτικά διάχυτη δυσπιστία στους ανθρώπους. Από την άλλη, η ραγδαία εμπορική ανάπτυξη της πόλης δεν ήταν δυνατόν να μην προσελκύσει το ενδιαφέρον των Εβραίων από τα άλλα μέρη της Μεσογείου, ώστε η Θεσσαλονίκη να αποτελέσει θρησκευτικό κέντρο του ιουδαϊκού κόσμου της ευρύτερης περιοχής, αφού εκεί υπήρχε η «συναγωγή των Ιουδαίων» (Πράξ. 17, 1). Επομένως ο αποκαλυπτικός τρόπος έλευσης και δράσης του αποστόλου Παύλου στο χώρο της Μακεδονίας και ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη φαίνεται ότι καθιστούσε προφανή την επιτυχία του ιεραποστολικού του έργου και συγκέντρωνε θετικές προϋποθέσεις στο ζήτημα της αποδοχής της νέας πίστης, εφόσον κάλυπτε την ουσιαστική ανάγκη των ανθρώπων για αναζήτηση της όντως αλήθειας.
Η ίδρυση της Εκκλησίας του Χριστού στη Θεσσαλονίκη καταγράφεται στην ιστορία μέσα στο πλαίσιο του έργου του αποστόλου των εθνών κατά την δεύτερη περιοδεία του, όταν εξαναγκάζεται να αναχωρήσει από τους Φιλίππους και μέσω της Εγνατίας οδού να έλθει στην πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής επαρχίας της Μακεδονίας (49/50 μ.Χ.). Η αποστολική δραστηριότητα εδώ του Παύλου και των συνοδών του, Σίλα και Τιμοθέου, σύμφωνα με τα στοιχεία που αντλούμε από τις Πράξεις και τις αντίστοιχες επιστολές του Προς Θεσσαλονικείς, συνδέεται άμεσα με το χώρο της ιουδαϊκής συναγωγής, όπου «κατ`α τ`ο ε[ιωθ`ος τ~?ω Παύλ?ω … κα`ι [επ`ι σάββατα τρία διελέγετο … [απ`ο τ~ων γραφ~ων…» (Πράξ. 17, 2), αλλά και με το πρόσωπο και την οικία του Θεσσαλονικέα Ιάσονα. Το σύνολο των αποδεχθέντων το παύλειο κήρυγμα για το πρόσωπο του Μεσσία – Χριστού, του μέλλοντος «παθε~ιν κα`ι [αναστ~ηναι [εκ νεκρ~ων», φαίνεται ότι αποτελούνταν από ένα μικρό μέρος Ιουδαίων και κυρίως από το πλήθος των εξ εθνών προσηλύτων της συναγωγής αλλά και από το μεγάλο αριθμό ανώτερης τάξης γυναικών (Πράξ. 17, 4). Βέβαια πρέπει να σημειωθεί ότι τα όρια της τοπικής Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης, ο αριθμός των πιστών, ο ακριβής χρόνος ίδρυσης και άλλα ειδικότερα στοιχεία παραμένουν ίσως εν πολλοίς άγνωστα. Το βέβαιο όμως και σημαντικό είναι ότι η Εκκλησία αυτή είναι αποστολική, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερο κύρος σ’ αυτήν, μια που η αποστολική τελικά παράδοση αποτελούσε τον κανόνα της πίστης, που έπρεπε να διατηρηθεί από όλους, παντού και «ες αεί», για να παραμείνει η Εκκλησία ως έκφραση του θείου θελήματος, μέσω της ανθρώπινης ιστορίας, κατά χαρισματικό και όχι νομοτυπικό τρόπο.
Τα πρώτα όμως βήματα της άρτι ιδρυμένης χριστιανικής κοινότητας της Θεσσαλονίκης αμαυρώνονται από τις έντονες αντιδράσεις των Ιουδαίων, την προκληθείσα βάσει σχεδίου οχλαγωγία, την καταγγελία ενώπιον των αρχόντων για τις ενέργειες και αντιλήψεις των αποστόλων, δήθεν κατά του Καίσαρα, και την προσπάθεια σύλληψης των υπευθύνων. Αποτέλεσμα της ταραχής αυτής ήταν η κρυφή και δια νυκτός διαφυγή του Παύλου και των συνεργατών του στη Βέροια (Πράξ. 17, 5-10) και μετέπειτα η συνέχιση της αποστολικής δράσης στον άλλο ελληνικό χώρο, Αθήνα και Κόρινθο. Ωστόσο η προσπάθεια καταστολής του χριστιανικού μηνύματος στο χώρο της Θεσσαλονίκης φαίνεται ότι δεν μπορούσε πλέον να ανακόψει την πρόοδο της τοπικής Εκκλησίας, που καταλαμβάνει έκτοτε εξέχουσα θέση στην πορεία του Χριστιανισμού στον Ελλαδικό αλλά και στον Ευρωπαϊκό χώρο.
Η ανησυχία του Παύλου για τη σταθερότητα της πίστης στο χώρο της Μακεδονίας, η αποστολή του Τιμοθέου από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη για τη γνώση των εκεί πραγμάτων, η ενημέρωση απ’ αυτόν του Παύλου στην Κόρινθο σχετικά με την αφοσίωση στο αποστολικό κήρυγμα των χριστιανών της Θεσσαλονίκης, αλλά και προπάντων το περιεχόμενο των επιστολών Α΄ και Β΄ Προς Θεσσαλονικείς αφήνουν κάποια στοιχεία που μπορούν να συνθέσουν, έστω γενικά, μια αμυδρή εικόνα της πρώτης χριστιανικής κοινότητας των Θεσσαλονικέων. Τα πρώτα ζητήματα και οι δυσκολίες που απασχόλησαν τα μέλη της άρτι ιδρυθείσας τοπικής Εκκλησίας φαίνεται ότι δεν ήταν σοβαρά, αλλά αφορούσαν πρακτικές πλευρές της νέας ζωής των. Το ελάχιστο χρονικό διάστημα της παραμονής του Παύλου στη Θεσσαλονίκη, εξαιτίας της αναγκαστικής και αιφνίδιας αναχώρησής του, καθώς και η ελλιπής εκκλησιαστική οργάνωση και πνευματική κατάρτιση των πιστών ήταν επόμενο να επιτρέψουν την εμφάνιση παραλήψεων ή παρεκτροπών, όπως η παραμέληση της εργασίας, λόγω της προσήλωσης στην επικείμενη μεγάλη κρίση, η εμφάνιση ανταγωνισμών ή ζηλοτυπιών, περιπτώσεις που αναμφίβολα δυσχέραιναν την πορεία της κοινότητας. Από την άλλη η ανάγκη αντιμετώπισης του θανάτου, αναπόφευκτου στοιχείου της μετά την πτώση ανθρώπινης ζωής, με τα δεδομένα βέβαια της νέας πίστης, δημιουργούσαν εύλογα ερωτήματα σχετικά με την θέση των κεκοιμημένων κατά τη δευτέρα παρουσία ή με το χρόνο έλευσής της. Ωστόσο, οι παρουσιαζόμενες δυσκολίες αυτές φαίνεται να ήταν κατώτερες από την ικανοποίηση του Παύλου για τους Θεσσαλονικείς, εφόσον, όπως σημειώνει ο ίδιος, κατόρθωσαν να γίνουν υπόδειγμα«π~ασι το~ις πιστεύουσιν [εν τ~?η Μακεδονί?α κα`ι [εν τ~?η [ Αχαΐ?α», αλλά και εφόσον «[αφ’ ]ημ~ων [εξήχηται ]ο λόγος το~υ Κυρίου ο[υ μόνον [εν τ~?η Μακεδονί?α κα`ι [εν τ~?η [ Αχαΐ?α, [αλλ`α κα`ι [εν παντ`ι τόπ?ω …, ωστε μ`η χρείαν ]ημ~ας {εχειν λαλε~ιν τι» (Α΄ Θεσσ. 1, 7-8). Το γεγονός αυτό, ότι η πίστη και η αγάπη υπεραυξάνουν στη χριστιανική κοινότητα της Θεσσαλονίκης, τροφοδοτεί τον Παύλο με την αίσθηση ότι η εκκλησιαστική ενότητα δεν απειλείται, παρά και τις επικρατούσες ενθουσιαστικές τάσεις, για τις οποίες αποστέλλει και δεύτερη επιστολή. Έτσι, παρά τις απευθυνόμενες συστάσεις, όπως η οφειλόμενη τιμή στους προϊσταμένους της Εκκλησίας, η τήρηση των παραδόσεων κ. ά., το στοιχείο που επικρατεί στην αποστολική ψυχή είναι κυρίως η αγάπη, καθώς και η επιθυμία της αντάμωσής του με τους Θεσσαλονικείς. Τα στοιχεία αυτά αλλά και η πληροφορία του Παύλου ότι το «ε[υαγγέλιον το~υ Χριστο~υ» ολοκλήρωσε την αποστολή του «[απ`ο ] Ιερουσαλ`ημ κα`ι κύκλ?ω το~υ [ Ιλλυρικο~υ» και ότι η πίστη άρχισε να διαδίδεται «[εν ολ?ω τ~?ω κόσμ?ω» (Ρωμ. 1.8, 15.19) τοποθετούν την αποστολική Εκκλησία της Θεσσαλονίκης μεταξύ των ευημερούντων εκείνων κέντρων που αποβαίνουν ζωτικότατη δύναμη στην περαιτέρω διάδοση του Χριστιανισμού ή και ακόμη στην ίδρυση ίσως πλησιόχωρων σ’ αυτήν τοπικών χριστιανικών κοινοτήτων (Έδεσσας, Πέλλας, Αμφίπολης, Θάσου …).
Επομένως κατά τους μεταποστολικούς χρόνους εικάζουμε ότι διευρύνθηκε σταδιακά η διάδοση του Χριστιανισμού και η εκκλησιαστική οργάνωση με τη συνέχιση του ιεραποστολικού έργου του Παύλου και την ευθύνη των πρώτων επισκόπων της τοπικής αυτής Εκκλησίας. Είτε όμως αποδεχθούμε την παράδοση κατά την οποία φέρεται πρώτος επίσκοπος Θεσσαλονίκης ο Μακεδόνας Γάιος, είτε εκείνη που τοποθετεί στη θέση αυτή τον Θεσσαλονικέα Αρίσταρχο, συνέκδημους και τους δύο του Παύλου (Πράξ. 19, 23-29), το σημαντικό και αδιαμφισβήτητο για την εποχή στοιχείο είναι ότι μαζί με το γεγονός της διάδοσης του Χριστιανισμού ανακύπτει ένα ολόκληρο πλαίσιο δυσκολιών και εμποδίων.
Η κατ’ αρχήν αντίδραση από την πλευρά του ιουδαϊκού κόσμου αλλά και προπάντων στη συνέχεια η σθεναρή από μέρους της ρωμαϊκής εξουσίας πολεμική στο μήνυμα του Ευαγγελίου του Χριστού φάνηκαν να ανακόπτουν την επέκταση της αληθινής πίστης και ζωής. Ωστόσο τα αποτελέσματα από την εφαρμογή των διωγμών έδειξαν ότι όχι μόνο δεν πτόησαν τους Χριστιανούς, αλλά αντίθετα τους ενδυνάμωσαν, δίνοντας περαιτέρω τη δυνατότητα να γαλβανωθεί η πίστη και να καρποφορήσει μέσω των ποταμών αίματος που την άρδευσαν. Παρόλο που οι ιστορικές πληροφορίες σχετικά με το θέμα των διωγμών δεν είναι γενικά άφθονες, εντούτοις γνωρίζουμε ότι στη Θεσσαλονίκη μαρτύρησαν οι: Δημήτριος, Νέστωρ, Χιονία, Αγάπη, Ερήνη, Ματρώνα, Αλέξανδρος, Ανυσία, Αγαθόπους διάκονος, Θεόδουλος, Φλωρέντιος, Λούκιος και Πουρίων.
Η μεγάλη χριστιανική παράδοση της Θεσσαλονίκης διαμορφώνεται πλέον σταδιακά με το μαρτύριο κυρίως του αγίου Δημητρίου, που αποτελεί και το σημαντικότερο εκκλησιαστικό γεγονός μετά την επίσκεψη του αποστόλου Παύλου και την ίδρυση της τοπικής Εκκλησίας. Από τη μια πλευρά η αρχοντική του καταγωγή και ο μεγάλος του ζήλος στη χριστιανική πίστη και από την άλλη ο πόθος και η τόλμη του για την μετάδοση των αληθειών του Ευαγγελίου του Χριστού τον έφεραν αντιμέτωπο με τη σκληρή κατά του Χριστιανισμού ρωμαϊκή τακτική. Έτσι, από τις στοές που δίδασκε καταλήγει στη φυλάκιση και στο μαρτύριο (26 Οκτωβρίου 305), όπως και ο νεαρός φίλος του Νέστωρ. Υποστηρίχθηκε και η αστήρικτη και ασυμβίβαστη με τα αγιολογικά και αρχαιολογικά δεδομένα γνώμη ότι ο άγιος Δημήτριος ήταν διάκονος που μαρτύρησε στο Σίρμιο και αργότερα άρχισε να τιμάται και στη Θεσσαλονίκη. Ο σύνδεσμος του αγίου Δημητρίου με τους Θεσσαλονικείς και τη χριστιανική πίστη είναι αδιαμφισβήτητα άρρηκτος αλλά και πρωταρχικός στη μετέπειτα ιστορική πορεία της Εκκλησίας. Η βοήθεια και τα θαύματα του μεγαλομάρτυρα Δημητρίου θα διευρύνουν τα όρια του Χριστιανισμού σ’ όλο τον κόσμο αλλά και θα προσδώσουν στην Εκκλησία της Θεσσαλονίκης σημαντικότατη θέση στους επόμενους αιώνες.
Φαίνεται ακόμη ότι, μέσα στο πλαίσιο των σοβαρών από τα πρώτα βήματα εμποδίων της αγωνιζόμενης Εκκλησίας, ο ρόλος της εσωτερικής και ύπουλης αιμορραγίας, των αιρέσεων, απασχολούσε ή δεν απουσίαζε, θα μπορούσαμε να πούμε, και από την περίοπτη τοπική Εκκλησία της Θεσσαλονίκης. Η υπογραφή των πρακτικών της Α΄ οικουμενικής συνόδου (325) και της Τύρου (335) από τον Θεσσαλονίκης άγιο Αλέξανδρο ή εκείνων της Σαρδικής (343) από τον Θεσσαλονίκης Αέτιο αποδεικνύουν την εξέχουσα θέση του ανάμεσα στους εκπρόσωπους των άλλων ελληνικών Εκκλησιών της Μακεδονίας και της περιοχής του Ανατολικού Ιλλυρικού. Σημαντικό ιστορικό στοιχείο είναι επίσης η συνεργασία του μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Αλεξάνδρου με τον Μ. Αθανάσιο, αλλά και η εισήγηση του Θεσσαλονίκης Αετίου σχετικά με την ανάγκη περιορισμού των κινήσεων των κληρικών άλλων επαρχιών σημειώνοντας ειδικότερα: «ο[υκ [αγνοε~ιτε, ]οποία κα`ι πηλίκη τυγχάνει ]η τ~ων Θεσσαλονικέων μητρόπολις ∙ πολλάκις τοιγαρο~υν ε[ις α[υτ`ην [εξ ]ετέρων [επαρχι~ων πρεσβύτεροι κα`ι διάκονοι παραγίγνονται, κα`ι ο[υκ [αρκούμενοι βραχέος διαγωγ~?η χρόνου, [εναπομένουσιν, ε[ις απαντα τ`ον χρόνον α[υτόθι ποιο~υντες διατελο~υσι {η μόλις μετ`α πλε~ιστον χρόνον ε[ις τ`ας ]εαυτ~ων [επανιέναι [εκκλησίας [αναγκάζονται». Τα στοιχεία αυτά σκιαγραφούν και αποδεικνύουν τη σημαντική θέση που κατείχε η τοπική Εκκλησία της Θεσσαλονίκης και την επίσημη στάση ή το άμεσο ενδιαφέρον των επισκόπων της στο ζήτημα της αντιμετώπισης των αρειανικών και των άλλων αιρετικών δοξασιών, αλλά και αποτελούν έστω και κάποια απλή ένδειξη της δράσης ίσως των αιρετικών στο χώρο της δικαιοδοσίας του Θεσσαλονίκης. Λαμβανομένου επιπλέον υπόψη του γεγονότος ότι η πολυάνθρωπος και πλούσια Θεσσαλονίκη, η «μήτηρ πάσης Μακεδονίας», ως η σημαντικότερη πόλη της Βαλκανικής, το προπύργιο της ρωμαϊκής κυριαρχίας στις βαρβαρικές επιδρομές (253) και το επίκεντρο της δράσης των ρωμαίων αυτοκρατόρων θα ήταν και σημαντικό σημείο διέλευσης ή παραμονής, για μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, των αιρετικών ή των οπαδών τους, εφόσον είναι γενικά παραδεκτό ότι δεν παρέμεναν σε έναν τόπο, αλλά μετακινούνταν, είτε για την αποφυγή συνεπειών εκ της αιρετικής διδασκαλίας και της στάσης τους έναντι της ορθόδοξης Εκκλησίας, είτε για ανετότερη διάδοση των αιρετικών δοξασιών τους.
Με βάση τα παραπάνω στοιχεία αλλά και κάτω από τις προϋποθέσεις της πολιτικής διοίκησης και διαίρεσης του κράτους, θα πρέπει να θεωρήσουμε και τη μορφή που έλαβε η εκκλησιαστική διοίκηση και οργάνωση της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης στα τέλη του 3ου και στις αρχές του 4ου αι. Οπότε, από το 280 κ.ε., που οι μητροπόλεις Αχαΐας, Θεσσαλίας, Μακεδονίας, Π. και Ν. Ηπείρου με τα νησιά του Ιονίου, της Κρήτης και των βορείων ρωμαϊκών επαρχιών αποτέλεσαν την διοίκηση της Μοισίας, δηλαδή του λεγόμενου Ανατολικού Ιλλυρικού, μπορεί να νοηθεί και κάποια εκκλησιαστική ενότητα των επαρχιών αυτών με πρωτεύοντα σταδιακά ρόλο της μητρόπολης Θεσσαλονίκης, εφόσον και η αποκτηθείσα εκκλησιαστική ελευθερία με το διάταγμα των Μεδιολάνων (313) αποτέλεσε καθοριστικό παράγοντα ευρύτερης διοικητικής ενότητας της Εκκλησίας. Επομένως η Θεσσαλονίκη την περίοδο αυτή, μαζί με τις άλλες Εκκλησίες του Ελλαδικού χώρου, φαίνεται να αποτελούν αξιόλογη πνευματική δύναμη, λόγω της προαγωγής που λάμβανε ο Χριστιανισμός από τη θρησκευτική πολιτική του Μ. Κωνσταντίνου (306-323, 324-337), πλην όμως η εθνική θρησκεία αποκτούσε και εκείνη δυνατότητες ανασύνταξης των δυνάμεών της, λόγω της εύνοιας που παράλληλα δεχόταν από τη συνετή και ενοποιητική στάση του αυτοκράτορα.
… συνεχίζεται











