Του Αρχιμ. Βαρνάβα Γιάγκου, Ιεροκήρυκος της Ι.Μ.Θ.
Η σημερινή ευαγγελική διήγηση μάς μεταφέρει σε μια συγκλονιστική συνάντηση του Χριστού με έναν άνθρωπο που γεννήθηκε τυφλός. Σε αντίθεση με τον παράλυτο της Βηθεσδά, ο οποίος έβλεπε αλλά δεν μπορούσε να κινηθεί, ο άνθρωπος αυτός βρισκόταν εγκλωβισμένος στο απόλυτο σκοτάδι από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής του. Δεν είχε δει ποτέ το φως του ήλιου, τα πρόσωπα των οικείων του, την ομορφιά της δημιουργίας. Μπροστά σε αυτό το δράμα, οι μαθητές διατυπώνουν ένα γνώριμο ανθρώπινο ερώτημα, αναζητώντας τον ένοχο: «Ποιος αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς του;». Η απάντηση του Χριστού, ωστόσο, ανατρέπει τη στενή ανθρώπινη λογική που συνδέει μηχανικά και τιμωρητικά την ασθένεια με την αμαρτία: «Ούτε αυτός αμάρτησε ούτε οι γονείς του, αλλά για να φανερωθούν τα έργα του Θεού σε αυτόν». Ο Χριστός μετατρέπει το πρόβλημα του πόνου σε κορυφαία ευκαιρία φανέρωσης της θείας χάριτος.
Ο τρόπος της θεραπείας είναι εξίσου αποκαλυπτικός. Ο Κύριος φτύνει στο χώμα, φτιάχνει πηλό, χρίει τα μάτια του τυφλού και τον στέλνει να νιφτεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ που σημαίνει Απεσταλμένος και παραπέμπει στο Μεσσία. Η ενέργεια αυτή δεν είναι τυχαία. Παραπέμπει στη δημιουργία του πρώτου ανθρώπου. Ο Χριστός, ως Δημιουργός, συμπληρώνει αυτό που έλειπε από τη φύση, αναπλάθοντας τα ανύπαρκτα μάτια. Ο τυφλός, με αξιοθαύμαστη υπακοή και χωρίς καμία αντίρρηση, πορεύεται προς το Σιλωάμ, νίβεται και επιστρέφει βλέποντας. Το φυσικό σκοτάδι μιας ολόκληρης ζωής διαλύεται οριστικά.
Όμως, το πραγματικό δράμα της περικοπής ξεκινά μετά τη θεραπεία. Η επιστροφή του θεραπευμένου, αντί να προκαλέσει χαρά και δοξολογία, ξεσηκώνει θύελλα αντιδράσεων. Οι γείτονες αμφιβάλλουν, ενώ οι Φαρισαίοι στήνουν ένα σκληρό ανακριτικό δικαστήριο. Το ενδιαφέρον τους δεν εστιάζεται στο συγκλονιστικό θαύμα, αλλά στην τήρηση του νόμου, καθώς η θεραπεία συντελέστηκε ημέρα Σάββατο. Μέσα από αυτή τη διαδικασία αποκαλύπτεται η τραγικότητα της πνευματικής τύφλωσης. Οι θρησκευτικοί ηγέτες, ενώ έχουν υγιή σωματικά μάτια, αρνούνται πεισματικά να δουν την Αλήθεια. Παραμένουν εγκλωβισμένοι στον εγωισμό, στην προκατάληψη και στον στεγνό νομικισμό τους.
Στον αντίποδα, παρακολουθούμε την εκπληκτική πνευματική πορεία του πρώην τυφλού. Καθώς ανακρίνεται και πιέζεται αφόρητα, η πίστη του ωριμάζει και γιγαντώνεται. Αρχικά μιλάει απλώς για «έναν άνθρωπο που λέγεται Ιησούς». Έπειτα, ομολογεί με παρρησία στους Φαρισαίους ότι είναι «προφήτης». Όταν τον εκβιάζουν να αρνηθεί τον ευεργέτη του, εκείνος αντιτάσσει την αφοπλιστική λογική της καθαρής καρδιάς: «Ένα ξέρω, ότι ήμουν τυφλός και τώρα βλέπω… Αν αυτός δεν ήταν από τον Θεό, δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα». Η ειλικρίνειά του αυτή του κοστίζει την αποπομπή του από τη συναγωγή. Γίνεται ένας κοινωνικά απόβλητος εξαιτίας της προσήλωσής του στην αλήθεια.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο της απόλυτης απόρριψης, τον συναντά ξανά ο Χριστός. Δεν τον αφήνει αστήρικτο. Τον αναζητά και του αποκαλύπτεται πλήρως: «Πιστεύεις στον Υιό του Θεού;… Εκείνος που σου μιλάει, αυτός είναι». Ο άνθρωπος που μόλις γνώρισε το φυσικό φως, τώρα λούζεται στο άκτιστο πνευματικό φως της θεογνωσίας. Η πορεία του ολοκληρώνεται με την απόλυτη κατάφαση, «Πιστεύω, Κύριε», και τη συντριπτική του προσκύνηση.
Η Κυριακή του Τυφλού λειτουργεί ως ένας καθρέφτης για όλους μας. Μας καλεί να αναρωτηθούμε ποιο είναι το δικό μας σκοτάδι και πόσο εγκλωβισμένοι είμαστε στις δικές μας ψευδαισθήσεις και προκαταλήψεις. Ο Χριστός είναι το όντως φως του κόσμου. Η Εκκλησία, ως η νέα κολυμβήθρα του Σιλωάμ, μας καλεί διαρκώς να νίψουμε τα μάτια της ψυχής μας με τα νάματα της πίστης, ώστε να περάσουμε από το σκοτάδι της εσωτερικής μας παραλυσίας στο ανέσπερο φως της δικής Του παρουσίας.

