Του αρχιμ. Φωτίου Ζαρζαβατσάκη, Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου της Ι.Μ.Θ.
«Εγένετο δε εν τω λέγειν αυτόν ταύτα επάρασά τις γυνή φωνήν εκ του όχλου είπεν αυτώ· μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε και μαστοί ους εθήλασας»
Είναι πράγματι μακαρία η Παναγία Παρθένος, γιατί περί αυτής ειπώθηκαν αυτά τα λόγια που μας αναφέρει ο ευαγγελιστής Λουκάς, επειδή αξιώθηκε να βαστάσει στη μήτρα της τον τα πάντα βαστάζοντα Κύριο και να θρέψει με το μητρικό της γάλα τον «τρέφοντα νεύματι την οικουμένην άπασαν» όπως ψάλλει ο ιερός υμνωδός, υπηρετώντας έτσι το σχέδιο της Θείας Οικονομίας. Για τον λόγο αυτό και, δικαίως, η Εκκλησία ύψωσε την «Κεχαριτωμένη» Κόρη σε δυσθεώρητα ύψη δόξας και αφιέρωσε προς τιμή της πλήθος εξαίσιων ύμνων σε όλες τις καθημερινές ακολουθίες της Εκκλησίας μας, στις επ’ αυτής τιμώμενες Θεομητορικές εορτές, ακόμη και στις Δεσποτικές, εκδηλώνοντας κατά τον τρόπο αυτό την τιμή που αξίζει προς το Πάναγνο ιερό της πρόσωπο. Και γιατί τιμώμε τόσο πολύ την Υπεραγία Θεοτόκο; «Γιατί την τιμώμε όχι μόνο περισσότερο απ’ όλους τους αγίους, αλλά και από τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους;», ρώτησε κάποτε κάποιος τον άγιο Θεοφάνη τον Έγκλειστο. Και ο άγιος απάντησε «γιατί ούτε οι άγγελοι ούτε οι αρχάγγελοι, ούτε τα Χερουβεὶμ ούτε τα Σεραφεὶμ είχαν τόσο στενή και ουσιαστική συμμετοχή στο έργο της σωτηρίας μας, όσο η Μήτηρ του Θεού».
Εδώ μπορούμε να πούμε, προεκτείνοντας το λόγο, πως στο πρόσωπο της Παναγίας Μητέρας του Χριστού τιμάται και όλο το γυναικείο φύλο, αφού η γυναίκα αξιώνεται, με τη μητρότητα, να μετέχει ουσιαστικά στο έργο του Θεού. Να γίνεται δηλαδή το λίκνο και η τροφός της ζωής, του θείου αυτού δώρου με το οποίο κορυφώνεται και ολοκληρώνεται η Δημιουργία του Θεού. Μας λέει ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης για την εορτή, «Ας χαρή λοιπόν το γυναικείο φύλο, που αντί ντροπής αποκομίζει δόξα. Ας χαρεί και η Εύα, διότι δεν είναι πια κατηραμένη, αλλά έχει να επιδείξει απόγονό της ευλογημένο την Μαρία. Ας σκιρτήσει η κτίσις ολόκληρη, καθώς αντλεί μυστικά τα νάματα της αφθαρσίας από την παρθενική πηγή και απαλλάσσεται έτσι από την θανατηφόρα δίψα. Τέτοια είναι η εορτή που έχουμε σήμερα. Τόσο μεγάλα είναι τα γεγονότα που υμνολογούμε». Με αφορμή την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, το πρόσωπο της Παναγίας μάς θυμίζει αυτή ακριβώς τη διάσταση της μητρότητας.
Μητρότητα! Πόση, αλήθεια, χάρη, ευγένεια και πληρότητα χαρίζει στη γυναίκα, αφού έτσι αξιώνεται να φέρνει στο φως και να κρατάει στην αγκαλιά της τη νέα κάθε φορά ζωή! Τι μεγάλη τιμή γι’ αυτή να σκύβει με απέραντη στοργή πάνω στο βρεφικό λίκνο, προσπαθώντας με το χαμόγελο, με το τραγούδι, με το χάδι, να εμφυτεύσει στην ψυχή του νέου ανθρώπου την αγάπη για κάθε τι ωραίο και άγιο και υψηλό!
Ω Μάνα! Γλυκύτατη Μάνα «η στοργή σου πασίχαρη σαν τις αχτίδες του ηλίου» ψιθυρίζει με συγκίνηση και ο νέος και ο γέρος, μαζί με τον ποιητή, κάθε φορά που φέρνει στη μνήμη τη γλυκειά μορφή εκείνης που τον έφερε στη ζωή και τον έμαθε να αγαπά! «Η μητρότητα είναι ίσως η πιο αθόρυβη και συγχρόνως η πιο δυνατή ισχυρή λειτουργία μέσα στην οικογένεια. Δεν εξαντλείται στη φροντίδα των παιδιών, αλλά γίνεται τρόπος ζωής, προσφοράς, υπομονής και αγάπης, η οποία απλώνεται σε ολόκληρη την οικογένεια και συχνά ξεπερνά τα όριά της. Το πρόσωπο της Παναγίας μάς θυμίζει αυτή ακριβώς την αγάπη που συνοδεύει, στηρίζει και παραμένει κοντά στον άνθρωπο σε κάθε στιγμή της ζωής του» (Μητρ. Μεσσηνίας Χρυσοστόμου).
Αλλά θα χρειαζόταν κάλαμος μεγάλου συγγραφέα και χρόνος ικανός για να εξιστορηθεί η προσφορά της γυναίκας, όχι μόνον στη ζωή αλλά και στον καθόλον πολιτισμό. Γιατί η γυναίκα, προικισμένη με εξαιρετική ευαισθησία και διαίσθηση, εγκαρτέρηση και τρυφερότητα, φρόνηση και θάρρος, έφερε και φέρει στους ασθενικούς ώμους της το μεγαλύτερο βάρος του κλήρου της ζωής, ακολουθώντας και καθοδηγώντας πολλές φορές τον άνδρα, σε όλη τη διάρκεια αναρίθμητων αιώνων, στους δύσκολους και αδιέξοδους δρόμους της ανθρώπινης ιστορίας. Και είναι η ύπαρξη, εκείνη που νοηματίζει και πλουτίζει και ομορφαίνει και εξαγιάζει τον ανθρώπινο βίο, παρ’ όλο που, πολλές φορές, αστοχεί, με αποτέλεσμα να συμπαρασύρεται μαζί με τον άνδρα στην καταστροφή. Γιατί είναι, όπως ειπώθηκε, στη φύση της γυναίκας να προσφέρεται και να αναλίσκεται για τον άλλο. Να δίνει τον εαυτό της βωμό της αγάπης για τον Θεό, για το σύντροφο της ζωής της, για τα παιδιά της για κάθε τι μεγάλο και υψηλό. Τέλος να μην λησμονούμε και τούτο τον πολύ σημαντικό και αληθινό λόγο που ειπώθηκε «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασά σε», και που άφησε να υπονοηθεί η ανώνυμη γυναίκα του ευαγγελίου, πως πίσω από κάθε μεγάλη προσωπικότητα βρίσκεται η μορφή μιας πολύ μεγάλης γυναίκας.
Ύστερα από όλα όσα ειπώθηκαν, δεν είναι, νομίζουμε, καθόλου παράξενο που πολλοί συγγραφείς όλων των αιώνων, ακόμη και εκκλησιαστικοί, της αφιέρωσαν έξοχες σελίδες. Ο Γερμανός ποιητής Φρίντριχ Σίλλερ συνέθεσε μια πολύ ωραία και όμορφη ωδή: «Στεφανώστε τις γυναίκες! Γιατί πλέκουν και κεντάνε ρόδα ουράνια στη ζωή μας……………….Κι’ άγρυπνες με τα άγια χέρια συντηρούν και ζωντανεύουν των ωραίων αισθημάτων την αιώνια τη φωτιά».
_______________________________________
«Διδάσκαλε αγαθέ, τί αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωήν την αιώνιον;»
Ένας νέος άνθρωπος επειδή αντιλαμβανόταν, ίσως, ότι η τήρηση των απαγορευτικών διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου, που είναι ο στοιχειώδης ηθικός Νόμος, δεν ήταν δυνατό να του εξασφαλίσει την αιώνια ζωή, προσέρχεται προς τον Χριστό και του απευθύνει αυτό το ερώτημα, «Διδάσκαλε αγαθέ, τι να κάνω για να κληρονομήσω ζωήν την αιώνιον;». Ο Κύριος αφού διαπίστωσε, ότι ο άνθρωπος εκείνος είχε τηρήσει τις εντολές του παλαιού νόμου, του λέγει, στην ερώτηση του «τί ακόμη μου λείπει;», «αν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε και πούλησε όσα έχεις και μοίρασέ τα στους φτωχούς και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό και έλα να με ακολουθείς». Επομένως για να είσαι άξιος να εισέλθεις στην αιώνιο ζωή, να απαγκιστρωθείς από όλα εκείνα που σε κρατούν δεμένο με τα υλικά πράγματα και να με ακολουθήσεις.
Λοιπόν, «Τι ακόμη μου λείπει;». Είναι ανάγκη, να προσέξουμε ιδιαίτερα αυτόν τον λόγο του νέου ανθρώπου, γιατί γεννά και εκφράζει τον πόθο στην ανθρώπινη ψυχή για τον καημό και την λαχτάρα της αθανασίας. Τη διατήρηση δηλαδή ολόκληρης της υποστάσεώς μας, σώματος και ψυχής, και πέραν του κόσμου τούτου σ’ έναν κόσμο ωραιότερο και αιώνιο.
Πολλοί μένουμε με την εντύπωση, ότι επειδή συμβαίνει να εφαρμόζουμε μερικές εντολές, ότι δηλαδή απλώς αποφεύγουμε να κάνουμε κακό στους άλλους, είμαστε και τέλειοι και άξιοι να κληρονομήσουμε την αιώνιο βασιλεία του Θεού. Περιορίζουμε την ηθική τελειότητα στην τήρηση μερικών στοιχειωδών ηθικών κανόνων ή θρησκευτικών τύπων, νομίζοντας πως η τελειότητα είναι κάτι απλό που επιτυγχάνεται και γρήγορα και άκοπα. Και μοιάζουμε με παιδιά που θεωρούν τα πρώτα τους σχεδιάσματα αριστουργήματα. Ο Χριστός όμως έρχεται για να μας βγάλει από αυτή την πλάνη.
Πράγματι, για να γίνουμε τέλειοι πρέπει να θυσιάσουμε πολλά, που να μας στοιχίζουν. Να πονέσουμεγια να ξεριζώσουμε από την ψυχή μας κάθε δεσμό, που μας υποβιβάζει. Να παλαίψουμε σκληρά με τον εαυτό μας, αν θέλουμε πραγματικά να φτάσουμε στην κορυφή. Δεν είναι μικρή και ασήμαντη υπόθεση η ηθική τελειότητα, όπως δεν είναι και μικρό πράγμα η αιώνια ζωή. Όμως ο πλούσιος νέος της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, όσο και αν αποδείχθηκε αδύναμος να απαλλαγεί απ’ ό,τι τον κρατούσε δέσμιο, μα δίνει ένα σπουδαίο σύνθημα, την ανάγκη δηλαδή της συναισθήσεως της ηθικής ελλείψεως και τη διάθεση για κάτι ηθικώς καλλίτερο.
Ας μην επαναπαυόμαστε σε μια πρόχειρη και άκοπη ηθική. Καλούμαστε να συμμορφώσουμε τη ζωή μας προς το τέλειοηθικό ιδεώδες, που παρουσιάζει ο Χριστός μας, ο Οποίος μας άφησε παράδειγμα τον εαυτόν Του ώστε να ακολουθήσουμε ακριβώς πάνω στα δικά Του χνάρια. Άλλωστε και ο απ. Παύλος αυτό μας λέει, «μιμηταί μου γίνεσθε καθώς καγώ Χριστού» (Α’ Κορ. Ια’,1), και «γίνεσθε ουν μιμηταί του Θεού ως τέκνα αγαπητά» (Εφ. Ε’,1).
Είναι εύκολο πράγμα αυτό; Κάθε άλλο. Ωστόσο δεν πρέπει να μας απογοητεύει η δυσκολίατου αγώνα, ο τραχύς και ανηφορικός δρόμος. Μη λησμονούμε τους αγώνες τόσων αγίων και οσίων πατέρων και μητέρων της εκκλησίας μας, που ποτέ δεν έμεναν, όπως διαβάζουμε στους ασκητικούς τους αγώνες, ικανοποιημένοι από τα έργα τους. Έτσι και εμείς, όσο ψηλά κι αν νομίζουμε πως έχουμε φθάσει, να μη μένουμε ικανοποιημένοι. Να μη λέμε, φτάνει. Να λησμονούμε ό,τι έχουμε επιτύχει μέχρι εκείνη τη στιγμή, και να τρέχουμε σαν τους αθλητές, όλο και σε νέα πνευματικά επιτεύγματα. Είναι ανάγκη ν’ αποκτήσουμε διάθεση νεανική για τον αγώνα της πνευματικής και ηθικής ομορφιάς που χαρίζει η εν Χριστώ ζωή. Να τείνουμε με χαρά και με την Χάρη Του Θεού προς τα άνω. Μέχρι που να σημάνει η τελευταία ώρα, να έχουμε πάντα στην ψυχή αυτή τη σωτήρια και δημιουργική και ζωντανή ανησυχία, ότι κάτι μας λείπει.
Παρ’ όλα αυτά όμως η αιώνιος ζωή δεν είναι το έπαθλο μιας νίκης, της ηθικής και ενάρετης ζωής, όπως συνήθως νομίζεται, η οποία απλώς και μόνον καταξιώνει την ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά αποκλειστικά και μόνον δώρο της αγάπης Του Θεού Πατέρα προς τον άνθρωπο, που έπλασε ακριβώς για να του χαρίσει περίσσεια ζωής.

